Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

η απροσκύνητη

Εκείνο που με εξοργίζει πιότερο
είναι που και στην Πτώση
φοράς παπούτσια με ροδάκια οβολούς -
χρυσούς απ' τις βιτρίνες κοσμικών θιάσων -
σέρνοντας μαζί σου το λιγούρη μαέστρο, και
τη μαστρωπό Τέχνης με τα ξυλοπόδαρα της δόξας.

Ύστερα η Ποίηση είναι η μόνη επιβάτις του Χρόνου
σε βαγόνι καρβουνιάρικου -
ξεμαλιάρα και τουφεκισμένη,
ρακένδυτη και βιασμένη -
να φανταστείς αρνήθηκε τις ακτινοβολίες,
κι ο καρκίνος τη μίσησε.
Της έχουν πέσει τα δόντια, και
μόνο ένα, που με πείσμα κράτησε,
σκάβει κενό - αγρότισσα
φυτεύει σπόρους αστεριών.

Φωτογραφίζω το Άπιαστο
Στις διαλέξεις σου παραπέεις.
Σφράγισε τα παράθυρά σου -!-
Φυσούν φωτιές οι βιασμένοι..

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

άτιτλο

Τότες που
μοίραζες τους ρόλους
αρνήθηκα να υποδυθώ το
θλιμμένο σου ζητιάνο,
το κρεβάτι σου,
το χειροκρότημά σου.
Μα εσύ ήσουν οι ρόλοι όλοι, κι
έγινες ο θεατής μου.
Στην έσκασα, ε;

Άνεργος προφήτης δηλώνω
με στίχο σουγιά, για
όποιον τολμάει την
αυτοχειρία των υποκρίσεών  του.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Αυτό Ήταν

φεύγεις άδειος
γυρίζεις απρόσμενος
και πιο άδειος.
συντονισμένος
με άστεγους χορούς
με άσφαιρα μεθύσια -
δίχως απάντηση στο
μήνυμα του πάγκου. που
σφύζει αλκοόλ
και ρίγος καλυμμένο.
οι ώρες
πάνω κάτω
αλύγιστες -
θαυμάστριες σαδισμού, χιτλερικά
σφυρίγματα, προστάγματα.
κι όμως τα παιδιά
ήταν εκεί -
δυο μέρες και δυο νύχτες.. εκεί. φυγάδες
εγκυμοσύνης παραβιασμένης.
φτάνει μια ρακί. κι
ίσως ένα κέρασμα,
κι ίσως ένα φιλί -
νοητικό..με νεύματα..έτσι, αρχίζει
να σπάει ο πάγος.
συνάντησέ με -!-
φεύγω πολύ.
συνάντησέ με -!-
μ' ένα στριφτό, για
να ΄ναι καθάριες οι αποφάσεις.
θεέ μου..οι αποφράξεις πλήθυναν -!-
πού είναι η αγάπη -;-

της Άννας Μαύρο..
έτσι απλά..Άννα Μαύρο..

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Σε λέω "φεγγάρι μου"

Κι είναι σαν άξαφνα πιρουέτες να γλιστρώ σε χρόνο αλήτη.
Ώρα μηδέν, και κάτι ακόμη νότες αστροφεγγιά.
Σε παγκόσμιο θίασο μ’ απόκρημνες μέρες. Σε ψάχνω.
Νύχτες φευγιά, απόφαση αστραπή. Ξεφεύγω τα ορισμένα. Είναι οι νύχτες κομμάτια σπαρμένα στην πλάνη του μυαλού μου. Εμπύρετος τρελά, κι εντέλει χύνονται λάβα. Κάπως έτσι, ξύπνησα την πιο δικιά μου ώρα. Ν’ αγγίζω άστρα και να γίνεται Εσύ. Να χτυπά το τηλέφωνο και να πνέει Εσύ. Να πληκτρολογώ κάθιδρος και να τρέμεις Εσύ. Πόσα χ
ρόνια – σκαλοπάτια έπρεπε ν’ ανέβω για να ΄σαι Εσύ -;-
Πάντα σ’ έψαχνα
Θέλησα να σου πω, να σε ψιθυρίσω απόψε: «Φεγγάρι μου..», μα δίπλωσα σεντόνι τη φωνή, μην ακουστεί.
Πάντα σ’ έψαχνα
Τα βράδια, που είσαι μόνη, είναι τα βράδια της κατοχής, κι απαγορεύονται οι κρότοι. Την προηγούμενη της τρέλας μου, που δοκίμασα τις αντοχές του καθρέφτη μου – μετωπική η σύγκρουση – δάγκωσα τα γυαλιά να κρύψω τις αποδείξεις. Έραψα τα χείλια και δέθηκα στο κρεβάτι να παίζω το νεκρό στο τσίρκο της πόλης.
Και τότε σ’ έψαχνα πιο πολύ. Μα τότε, ακόμη δεν ήσουν. Είναι απρόσμενες οι γεννήσεις των ανθρώπων, για να ΄χει ενδιαφέρον το κύμα της ζωής. Έχω περάσει αιώνες κι αιώνες, μα σαν και τούτον δεν ξανά ΄χε. Είναι που ανεβοκατεβαίνουν τα σύμπαντα, για να προλάβουν τις εξελίξεις. Είναι που τα κτήνη πριόνισαν τους κορμούς των ζωών. Τα σκαλοπάτια μου, τραγικά κατεστραμμένα - απείρων ρίχτερ οι σεισμοί. Πάντα βράδια ανεβοκατεβαίνω με σκοινί απ’ το παράθυρό μου. Σκιά, σκιές και χάνομαι τις πιο δικές μου ώρες. Να σε ρωτήσω θέλω, πού και πώς -;- Πώς ήρθες να με βρεις-;-
Μετά τη σταύρωσή μου, να σου πω, σαβανώθηκα βρεγμένες μέρες, αναστάσεις δειλών, και τάματα. Είχαν όλοι θελήσει ν’ αποδιώξουν τα θαύματα. Υπεκφυγές ονείρων, κι Εσύ ερχόσουν τις πιο δικές μου ώρες, που είχες πει. Πού βρήκες και πώς -;- Είναι σημαδεμένα στα χέρια τα χνάρια -;- Να ΄ναι που θέλω στο όνειρο να κυβερνώ -;-
Σε ψάχνω. Εντολές χίλιες και δέκα ανοιγοκλείνουν την καρδιά μου. Διάπλατη αυλή με ίσκιους φιλιά. Να εισέρχομαι ιδρώτας σε πόρους – ναούς μυστικούς – κρυφά μονοπάτια για τους τρελούς. Μύστης μιας τρέλας, ανείπωτης εξορίας από τετράγωνα μυαλά, που στέγνωναν τη σάρκα, και έρημο γέμιζαν ανηλεώς.
Ήρθες. Ήρθες -;-
Η γλώσσα μου θεριό, με κεφαλίδα επιγραφή ατύλιχτη από γάζες. Παγωμένο το αίμα στη χαρακιά του στόματος. Πίσω τα κάγκελα βυθισμένων φυλακών στο γκρέμισμα της αναμονής. Είναι που πέρασα όλους τους αιώνες, κι οι ορίζοντες μετατοπίστηκαν, καθώς οι πόλοι αγρυπνούν στην επανάσταση.
Ήρθες. Θα σε φιλήσω με τα χείλη των ματιών – πιότερο βαθιά τα θέλω εκεί. Είναι χιλιάδες οι ορμές. Πώς να προλάβουν τα χείλη να κοιμηθούν όλες σου τις εποχές -;- Κι η γλώσσα βροντή, μα μην διστάσεις. Είναι που άλεσε σπασμένα τα τζάμια των μορφών μου. Καθώς που σε περίμενα αγρίευαν οι φλέβες, και λάσο γίνονταν να συλλάβουν το χρόνο το θνητό μου.
Σ’ έψαχνα πάντα. Κι εσύ τις πιο δικές μου, ζήτησες, στιγμές. Κι είναι ο χρόνος τώρα ο σωστός. Ακριβώς οι δείκτες. Οι δείκτες όλοι σημαδεύουν βροχή. Πες μου τώρα.. Ποια είναι η φωνή Σου -;- Πρέπει να κυματίσει ξανά η θάλασσά μου. Πάει καιρός, που τα καράβια μου άφωνα έσβησαν στην ξενιτιά. Να σ’ ακούσω θέλω. Πες μου πολλά στις σιωπές σου. Αύριο μπορεί να έχω διαγραφεί..
(αφιερωμένο) ____________ Προμηθεύς Πυρφόρος

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

στοιχειά



Σφιγμένη γροθιά στο τραπέζι. Στον απέναντι τοίχο ακινητοποιημένα τρία καπέλα - θεατρική παράσταση του κάποτε. Στρίβω τσιγάρο - κίνηση του σε λίγο, που θα αχνίσει η καύτρα του.. Ανάμεσα στους χρόνους – περί την πλάνη οι ανιχνεύσεις – θεατρίνου παλινδρομήσεις σε σκηνή πρωτόγονη. Τα φώτα γέρνουν άτρωτα, κι ας μοιάζουν νυσταγμένα – είναι τα νησιά που θέλουν δύσεις για ξεφάντωμα. Τρέχουν οι σελίδες και πάντα Αρχή. Θέλω να “Ξημερώνει” και στάζω ξΗμέρωμα. Αχ, βραχνή φυσαρμόνικα παίξε μου κι άλλο -!-. Πάλλονται τα στοιχειά. Κάπου αέρας, κάπου φωτιά, νερό πολύ – κάπως έτσι οι άνθρωποι κοιτάζονται – μεταξύ λίθων κι εκεί στο τζάκι, τα ξύλα καίγονται. Στα χέρια αφηνιάζουν οι αφές των υδάτων..

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

επικίνδυνα

Επικίνδυνα με τρέχεις
Επικίνδυνα σου μιλώ
Να τρέμεις επικίνδυνα -!-
Στα θεωρεία βιάζονται ορμές
Οι σκηνές τρίζουν σεισμούς
Κρύωσαν οι πεθαμένοι της αυλαίας
Χιλιόμετρα κραυγές γκρεμίζουν φράχτες κι
οι αποφάσεις τρελαίνονται
Δαιμονισμένα φερέφωνα παίζουν κρυφτό με τη ζωή μου
Στο διάολο οι γλώσσες που έγλυψαν εξουσίες -!-
Στο διάολο οι θωπείες των τρόμων στα μυαλά
Ξεγάνωτα κουτιά - κρανία, πουλημένα θέλω -!-
Καταρρέουν τα νέφη να
μας πνίξει η βροντή. Μόνοι μέσα στη μαύρη άβυσσο.
Αρτιμελή τέρατα. Επικίνδυνα σκουριάζουν.
Αναπηρικά καροτσάκια κρατούν τα χάδια των ανέμων.
Ανάποδα να με κοιτάς -!- Ακούς-;- Ανάποδα!
Τραγούδια είπαν και είπαν πολλά
Κλείσε τα λόγια τους -!- Τρυπώνει πόνος..

υ.γ. την επόμενη φορά που θα ξεμυτίσουν τ' άστρα, κρύψου! Θα ζυγιαστούν με τους δαιμόνους σου.._____________Προμηθεύς Πυρφόρος ___________

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μια στιγμή πριν φύγω



Μια στιγμή πριν το τίποτα
(μου περάσατε κενά τα κενά σας)
N' αντιδρώ στο άδειο
με παραβιασμένα παράθυρα
Για της παγωνιάς τη χάρη
να παγώνω κι άλλο
(κι ας λιώνουν οι πάγοι στις άκρες του κόσμου)
- φάσεις αντίδρασης στα αζήτητα των αιώνων
Σα νιρβάνα πνοή και ούτε.
Να ΄ναι η γαλήνη  με άνευ πλήρης -;-
Θεατής στα δρώμενα ανατριχίλας λέω:
"Δεν περνάω. Στέκομαι."
Τίποτα, σ' έναν έρωτα αχαλίνωτο, που
δεν έχεις.
Ουσία είναι, όταν σε κοιτούν τα φεγγάρια
να λες Κανένας.