Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

τα Χρέη






















Όταν γεννιέσαι 
έχεις να 
διατρέξεις
το Όλον του 
θανάτου σου
και 
πεθαίνοντας να 
καρφώσεις
το άπειρο της 
Ζωής

Βέβαια
όσα πουλιά
μπορέσουν να 
επιβιώσουν
σ’ όλες τις 
εποχές του
νου σου
θα άδουν για
όλες τις 
γενεές του
μέλλοντος
που πρόλαβες να 
αναδείξεις στο 
βλέμμα σου

Κι οι φώκιες
θα σπαράζουν για
τη συντριβή σου
πάνω στη 
μάντρα με
τους έρωτες...
..Εκεί που
αποσύρονται οι
μηχανές του χρόνου

Καλημέρα σου -!-..
..Κι ας είναι βράδυ
Είσαι πρωί -!-
Κι έτσι
πορέψου!

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

απομηχανής θεός






(Ευχαριστώ το logoclub για την παραγωγή του video και ξεχωριστά το Νίκο Στυλιανού,
καθώς και το Νίκο Μανιά από το συγκρότημα των Lyrical Punishment για την ηχογράφηση
και την παραγωγή του ήχου)



Θεός απομηχανής -
χειρολαβές λέξεων
κλειδώνω τα χέρια
τεντώνω το κορμί
παίδευση ακόμη
σ΄ένα χειμώνα φονικό
απλώνω το βλέμμα
πίνοντας κατά τους
τρόπους εκμάθησης
εφεύρεση δικιά μου
νοητική επέκταση
για επιστροφή
πανικού

σε αποστολέα
ματαιόδοξο

και γυρίζω τα
βράδια

σε δρόμους
καχεκτικούς

αγκαλιάζοντας
κορμιά -

σκοπούς ηδονών
να γίνει το θαύμα
επιμηκύνω τα γράμματα
να λυτρώσω από χάος
που άρμεξε την
παιδικότητα

στο βασίλειο
κατασκευασμένων
οργασμών
που το μέταλλο
πληρώνει

νωθρό μάτι
με δάκρυ κρυμμένο
μένω στα
κορίτσια που

γέμισαν -
κορίτσια - βαγόνια
σε υπερσύνορα ταξίδια
σε ένα λεπτό
και κάποια δευτερόλεπτα

Ψάχνω τα γράμματα

με τ' ακροδάχτυλα
φράγματα αγγίζω
λυγμών αιώνιων
μέσα στους καπνούς
και τις
αλκοολικές ανάσες

που θαμπώνουν
τα τζάμια

και σπάω
τα κρύσταλα

να αποδράσει
η μουσική


Κρεμιέμαι

από το Πι και
το Ταφ

ανεβοκατεβαίνω
το Κάπα

στην περιφέρεια
του Όμικρον

φιλοσοφώ το
μαγικό αριθμό

με τριακόσια
δέκα τέσσερα και...

και κρατώντας το Άλφα
το φέρνω στο
υποσέλιδο

των ποιημάτων
εκεί που
οι αναστεναγμοί
του ονείρου

τινάζουν τα
σεντόνια τους

να διώξουν
το σπέρμα

του θανάτου
και την οσμή
νεκρού αιδοίου

την ώρα
που
τα περίπτερα απεργούν

κι οι ειδήσεις αργούν
πολύ αργούν να
φτάσουν στον κόσμο
των ανθρώπων

Με μια σύριγγα
παραβατούν

για ν' αγαπούν
τα κορίτσια
που μιλιά δεν βγάζουν
μόνο καυτηριάζουν
το αιμορραγούν πέος
του ανέμου

σε στύση εφηβική

Καλά που
πρόλαβα να

κρατηθώ απ' τις
χειρολαβές

των γραμμάτων
γιατί το αίμα μου
αλλοιώθηκε

από τη χρόνια της
πείνας την απεργία

Να δώσω, λέω,

επώνυμο στην
ανώνυμη πολιορκία
με το κάλπικό της
άγγιγμα

μέσα σε
αδιευκρίνιστες αιτίες

ή,
για να διαιωνίσει
τη ντροπή

όταν το
αρπαχτικό πτηνό

ράμφισε
αδιάντροπα την

καρδιά μου
κι ύστερα
κροκόδειλος έγινε

να κλαίει ασταμάτητα..

Κρατιέμαι γερά απ'

τις χειρολαβές -
γράμματα δικά μου -
ορθώνω Γιώτα το
κορμί μου
κι αναλαμβάνω την
πατρότητα του
τραγουδιού μου
την ώρα που
η μικρή πόρνη -
πουτάνα την έλεγαν -
αυτοκτονούσε
σφάζοντας τη
μήτρα των
θριάμβων
που ονόμασαν
την ώρα που
ο πρώτος κατακτητής
βίασε την ψυχή της..

Αλλάζω μορφή
στα γράμματα
κι ευθείες τεμνόμενες
φτιάχνω -

σημείο τομής
το περιθώριο που
απαγχόνησα το
μυαλό μου

για να μπορώ
να είμαι

εγώ κι εγώ
να γράφω ατέλειωτα
τις παράλογες αποφυγές
μιας πλασματικής
ζωής ανθρώπων
και ν' αποδείξω την
ύπαρξη
μιας ανεμώνης
στην καρδιά του
λαβωμένου φεγγαριού..

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

τα παπούτσια σας





















Κάθε μέρα
γυαλίζω τα παπούτσια σας
στον αχυρώνα με
τα παράπονά σας

Γυαλίζω τα παπούτσια σας
προσεχτικά
μη μου χυθεί το χρώμα
και μου φανείτε άλλοι

Αιώνες πάνε
που η ασχολία μου
έγινε κομμάτι του
εαυτού μου -
συνήθεια με παρανόηση
ενώ η νόηση
κλειδώθηκε
στο πατάρι με
τις αμαρτίες μας

Κάθε μέρα
πτωχοί μου συγγενείς
ξελασπώνω την
ομορφιά σας
γυαλίζω τα παπούτσια σας
τόσο που είστε περήφανοι -!-..
και χαριτωμένοι
στα αστεία σας  -!-..
και
με τι καλωσύνη
μου λέτε καληνύχτα -!-...
εγώ σας σκέφτομαι..

Κι έχω αδειάσει μπουκάλια
και μπουκαλάκια
χρώμα στα
πατούμενά σας

Κι όταν κουράζονται τα χέρια
ή, τέλος πάντων νυχτώνομαι
κουλουριάζομαι στο
σωρό των παπουτσιών σας
των πανάκριβων και μοναδικών -
μόνο εσείς τα φοράτε -
ίδια άλλος δεν έχει -
κουλουριάζομαι στο σωρό
και υπνωτίζομαι με
τη μυρωδιά σας
να θυμάμαι
να σας φέρνω το γάλα σας
πριν ξυπνήσετε -
Δίπλα σας
στο κομοδίνο σας -
έτσι
που τόσα γάλατα που μαζεύτηκαν
άφθονη τροφή
να έχετε
να καυτηριάζετε
τη λυσσαλέα αγάπη σας
για ΄με

Μη λησμονήσετε μονάχα
ότι κοιμάμαι στο σωρό
των παπουτσιών σας -
στο γνωστό κοιμητήρι
των απορημένων σας βλεμμάτων -
δεν μας έμοιασε τούτο το παιδί -

Μη λησμονήσετε, αφού
και ουκ ολίγες φορές
πατήσατε στο σωρό
εκεί στο αχυρώνα
με τα παράπονά σας
και χάσαμε τους ύπνους μας
κι εσείς και το φάντασμά μου
που φάντασμα έγινα
για να περνάω μέσα από τοίχους
και να οσμίζομαι
την κάθε ανάσα σας..

Και σήμερα σκέφτομαι
να χαϊδέψω την αγκαλιά μου
και ΄σεις..
να ταξιδέψτε για πάντα

Γιατί βράδιασε πια πολύ
και γερνούν -
πρόωρα, δηλαδή,
γέρασαν τα μάτια μου
κι οφείλω και μια αγκαλιά
στην καρδιά μου..

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

στο δείπνο που πήγα..

 


Άργησα να φτάσω
Μου σκόρπισαν τους δρόμους
Μέχρι να μαζέψω τις πορείες
Τις κλήσεις μέχρι να απαντήσω
Ήταν και τ' αποτσίγαρα
που εμπόδιζαν -
δεν προλάβαινα να καπνίσω
τα πάντα
Μάλλον και τα φώτα
απ' τα νυχτερινά μαγαζιά
που επεμβαίνουν στην
συγκέντρωση της σκέψης...
και πήγα αργά στο τραπέζι
Ήταν και τα ρολόγια
που είχα αδειάσει
απ' τους δείκτες
και τους αριθμούς -
είχα πει,
ας μετρήσουν τα κύματα
δε θέλω χρόνο-!-
Να είμαι εκτός..
Κι έφτασα αργά τη νύχτα..
Όμως,
δεν είχαν φάει ακόμη -
με περίμεναν..

Απ' τα δεξιά
ένας στρατώνας στον
κουρνιαχτό του
Στ' αριστερά
το γηροκομείο που χόρευε
το στερνό του τανγκό
Στο κέντρο
οι αναποφάσιστοι -
κρασιά και κανάτες με νερό -
με δελέασαν και τα δύο -
Στο πάτωμα όλα τα πιάτα
με τα φαγητά κάτω απ'
τις καρέκλες

Στάθηκα όρθια -
έσπρωξα με το
πόδι το πιάτο μου
πιο μέσα στο κάτω
του τραπεζιού
Κοίταξα στο στρατώνα -
ένας φαντάρος πήδαγε τη
μάντρα να προλάβει
Μια πόρνη έπινε αργά τις
άδειες ηδονές της -
να μεθύσει θα ΄θελε τη
νάρκη του στρατώνα...
"Μη με πάρεις μαζί σου" έλεγε
"Σκοτείνιασα.."
Το κέντρο στο τραπέζι
άρχισε να τρώει τον
εμφανή πανικό του
Τα γερόντια χόρευαν  τανγκό -
κουρδισμένη λατέρνα
η "μποέμισα"..
Κι "έλα μαζί μου.."
ικέτεψα τη γυναίκα
που έπινε..
Δάγκωσα το κέντρο -
τέλειωσε το δείπνο -
"Έλα μαζί μου" της είπα..
"Κι άκου-!- Εκεί χορεύουν-!-.."

Ήπια απ' το στόμα της
να ελαφρύνω το κλίμα
και φύγαμε μαζί..
Η σελήνη τεντώθηκε -
πόσο μεγάλη είναι -!-
και...φύγαμε μαζί..
"Καληνύχτα, αγάπη μου...
Μην τρέμεις τώρα.."

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

δεν έχει τίτλο η αγάπη

για σένα, silena..



Με ξύπνησε η βροχή
που μούσκεψε το κρεβάτι μου
Οι κεραυνοί
που καρφώθηκαν στ' όνειρό μου
Σε βρήκα να 
κατηφορίζεις μια υποτείνουσα 
τρέχοντας
τρέμοντας στο σκοτάδι
Δε θα σταματούσες -
το ένιωθα - θα ξεπερνούσες το τέρμα
Το νήμα θα έσπαγες
Κι εγώ -;-..
"Έχω ένα αστέρι μέσα μου!" Σου φώναξα
"την καρδιά μου.." 
... Στάθηκες. 
Χαμογέλασες
και πήρες το δρόμο για τη δικιά μου Βηθλεέμ..
Αυτό το βράδυ...γεννήθηκα..
δίχως μάγους
με το τραγούδι σου και μόνο..

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

η σάκα















Παρεμπιπτόντως
απόψε
με ξύπνησαν οι τύψεις -
ούτε ένα σύνθημα ποτέ
δεν είχα γράψει
στην τσάντα μου τη σχολική..


Την ξαναβρήκα
κάτω από κουρέλια χρόνων
που τη νύσταζαν επιεικώς..

Τα ρήματα
την ξεχείλιζαν άτακτα
και θλιβερά
και τ' αξιώματα
μιας άλγεβρας διψασμένης
ν' ακουμπήσει
σ' ένα πλατύ μυαλό -
ετοιμόγεννη την έκαναν
γυναίκα ανύπανδρη και διωγμένη..

"Να την ξεσκονίσω τουλάχιστον
να μπορέσει να με δει" σκέφτηκα

Την άδειασα
και κρεμάστηκαν
οι φωνές των δασκάλων μου

Κρεμάστηκαν στο λαιμό
οι παραβολές, οι μύθοι,
οι ασύμπτωτες, οι συντεταγμένες,
όλες οι παραλήγουσες,
οι λήγουσες,
η αχρεία γραφή μου
με το μηδενικό της
όταν τελείωνα τη θητεία μου -
μηδενικό κόκκινο
για να ντραπώ και, τότε να
πνιγώ -
δεν πνίγηκα
γιατί ΄χα συνηθίσει τη βροχή..


Και τώρα,
μετά από χρόνια πολλά
με όλο το βάρος
μιας σάκας σχολικής
κι όχι τυχαίας -
μ' όλο το άχρηστο
βάρος στο λαιμό -
πέφτω στη θάλασσα
του Φαλήρου για να πνιγώ
που δεν κατάφερα
τόσα χρόνια
ένα σύνθημα να γράψω
ενώ τα ρήματα
με τις προσταγές
ασέλγησαν στ' όνειρό μου..

Κι είναι
που μ' ακύρωσαν
όταν διάβαζα το σκοτάδι
και τις μέρες
έσπαγα τις μάσκες
των φιλήσυχων πολιτών..

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

η ντροπή μιας υποταγής


















(αφιερωμένο στις γυναίκες με ... το σάβανο που, λιθοβολήθηκαν γιατί ... ήταν γυναίκες..στο όνομα, ενός ακόμη παντοκράτορα,...,...)


Κάτι απ' το μνήμα έχει
του τάφου κραυγή
Το ξύπνημα
που κόλλησε στα
ματοτσίνορα -
στα σύνορα
της ματιάς
για αύριο της
λύτρωσης

Ναι-!-
Έχει απ' το μνήμα
που θάφτηκαν
οι λίθοι
που σταμάτησαν
το επόμενό σου...
..που δεν ντράπηκαν
να εισχωρήσουν
τους Πόνους
απ' τους πόρους
του σάβανού σου -
το λευκό τσουβάλι
της θηλυκότητάς σου -
να ματώσουν
ματαιώσουν
τη γιορτή σου
στον κόσμο των
θνητών..

Κι έτσι
στο σάβανο
άρχισε να ανατέλλει
η δύση
με το κόκκινό της
δίχως όρια
και δίχως πανικό
Και που τα πόδια σου -;-
Και που η καρδιά σου -;-
Και πως τα μάτια σου
όταν ξυπνούν -;-

Σπαρταράς
στη γιορτή -
μια σάπια νύχτα
και σάπια βροντή -!-..

Κι ότι έλεγα
να σε φιλήσω
τα κρύσταλλα έσπασαν
και τα χέρια μου
και μάτωσαν τα χέρια μου

Έχει ματώσει το μυαλό
Με γεμίζει
ο "ματωμένος γάμος"
αφού είχα αργήσει
να τον μελετήσω
και μεγάλωσα πολύ..

Αλήθεια -!-
δεν πρόλαβες
να δεις
τις ρυτίδες μου
...
αντάλλαγμα
που δεν είδα ποτέ
τις δικές σου
στις πρόχειρες δίκες
των πρόχειρων δικών
στην προχειρότητα
των δικαστών
στην εξουσία
των βασανιστών

Κι έτσι
δεν μπόρεσα
να σ' ερωτευτώ
γιατί
μαρμάρωσες
κι ο χώρος
στο χρόνο -
σακάτης,
πίσω απ' το σκήπτρο
της κρυμμένης ντροπής
που ήταν
η ομορφιά σου -!-..

Κι άξαφνα
σταμάτησες
και τα κτήνη
νύσταξαν
κι έγειραν
να κοιμηθούν..