Ήθελα από καιρό να μου μιλήσω με τις δικές μου ασύνορες κραυγές που έπνιγαν οι ανατολές των καρναβαλιών και μεθούσαν οι τρομαγμένες ερωμένες - θεατρίνες ξεπεσμένες με τους αλλότριους υποβολείς να υποσκάπτουν τη νοσταλγία των εποχών τους των χρυσών σαν έπη που ναυάγησαν όταν οι τυφλοί ποιητές αρνήθηκαν τα έπαθλα της γραφής τους αφού είχαν ήδη αρνηθεί την πολυτέλεια των εξωφύλλων τους με άδολα ταξίδια στον κόσμο των υπερπόντιων αισθημάτων με ολόκληρο το συν τους συν του μυαλού τους έξω απ' το χρόνο που τρώει ένα ένα τα μέλη της φύσης κι έξω από τα συμπλέγματα των αναγκών που παραλύουν το νου αλλά μ' ένα μεθύσι ατέρμονης δίψας για ανάδειξη της αλήθειας και πίστεψέ το κι εσύ υπάρχει αυτή πάνω απ' το θέατρο σκιών με τα πτυσσόμενα καθίσματα για ανετότερη προσαρμογή των θεατών στις σκηνικές εναλλαγέςΚι αν δε βλέπεις καλά γύρε στο πλάιΚαι μου μιλώ και σου μιλώ ξεριζώνοντας όλα τα καλώδια του οργανισμού των επιβαλόμενων τηλεπικοινωνιών προς αποφυγή περεκτροπής των κλήσεων και εκπομπής τους στ' ανίκανα αυτιά πιθήκων και τέτοιων μαϊμουδίστικων συμπεριφορών που με μια μπανάνα στο στόμα μιλούν λένε στο σύστημα λακέδες λεκέδες των λεπτών μου κι ό,τι απόμεινε απ' το θαλασσί μια ανάμνηση απ' το λουλάκι που βούλιαζε η μάνα στη σκάφη τη μεταλλική αφού ουρανός δεν υπάρχει πια να στερεώσω και να στερεώσεις την καρδιά σου κι ένας τρόμος ύπουλου θανάτου περιπλανάται κι ανίδεοι εργαλείο τον αναδεικνύουμε καθημερινό μας δίχως να βλέπουμε ότι βουλιάζουμε όταν μας αρνούμαστε εμείς αρνούμαστε σε μας την πληθώρα των αισθήσεων πετώντας τους βολβούς των ματιών μας στις αποχετεύσεις των συνειδήσεων και ειδήσεις μας φτάνουν αυτοχειριών μαέστρων κι ονειροπόλων και τότε ενθυμούμαι θυμάσαι και συ το πάθος μας που κινούσε ολάκερο το σύμπαν και πώς ν' αντέξεις ξενέρωτος μετά στεγνός να σύρεις τα πόδια σου δίχως τις μπάλες της σκλαβιάς τα ίχνη σου ν' αφήσεις στο διάβα των αιώνων-;-Κι αν δε βλέπεις καλά γύρε στο πλάιΥπάρχουν τρόποι διαφυγής αποφυγής του λάθους σου σα να ορθώνω στο λαιμό εκεί στην καρωτίδα περίστροφο το χέρι και τρυπώ με το δείκτη μου το δέρμα του λαιμού μου μήπως κι αγγίξω επιτέλους τις χορδές μου τις φωνητικές να πάλλουν ξανά στη δύση των πάντων και να ψελλίσουν "σ' αγαπώ-!-" μήπως κι ακούσεις επιτέλους για πρώτη φορά τη φωνή μου φωνή σου που είναι..στο τέλος του χρόνου
Κι αν δεν ακούς καλά είναι που καρφώθηκες στο βαρέλι του γύρου του θανάτου.. και νόμισες ότι μπήκες στις γιορτές των ανθρώπων..υστεροφημία για να ΄χουν οι ματαιοδοξίες ανάπηρων ορμών
"Ει, ψιτ-!-" σε ΄μένα μιλάω..
(επαναδημοσίευση)Πουλιά δεν υπάρχουν πουθενά.Κεραμωτή η προσπέλασηκι αφώτιστη η συντροφιά σουΜε δυο νυχτερινές ειδήσειςχωρίς ενδιαφέρονΜε δυο ξαφνικές απαλλοτριώσεις χαμένου παρελθόντος.Δεν υπάρχω.Δεν υπήρξα ποτέ!Η λύπη μου μετράει τα χαμένα πουλιά,ή τα σπασμένα κλαριά,μιας ’μυγδαλιάς π’ αγάπησα παιδί.Ήρθα μόνο για να σβήσωτη λάμψη κάποιων πονεμένων ονείρωνμε τέρατα και μουσικές σατανικές.Ήρθα μόνο για λίγο μες στο μυαλό τ’ αποσπερίτηπ’ άφησε να κυλάει το αίμα τουως την πόρτα της καρδιάς μου.Καρφωμένες εμφανίσειςτοκετών κρυφών.Παρθένες οι ματιές μαςοργιάζουν λυσσαλέαστων κεραυνών το μεγαλείο.Βουνά οι ψυχές και δε μιλούν.Κι οι κοπέλες αρματωμένες,σαν ευανάγνωστες αρχαίες περγαμηνές,διεκδικούν την ημέρωσητων χαμένων ηδονών.Ψυχές κρατούσαν τη στάχτητου παλτού μου,κι ένα φτερό του ανεκδιήγητουκαπέλου μουΨυχές κρατούσαν.Μια φορεσιά ξέχωρηκι ένα μικρό μικρό καρφίστ’ αριστερά του προσώπου μου.Πες μου τώρα,(τώρα πλημμύρισαν τα υπόγεια,ακόμη και τα υπαίθρια σινεμά),θυμάσαι ακόμη το παλιό μας θεατράκιμε την ανθισμένη άνοιξη;Άνοιξα τον καιρό γρήγορακαι φοβισμένα.Θ’ αφήσω πίσω μου τη νύχτα,πάνω της να γέρνει ξεκρέμαστο ένα παλιό μεταξωτό φόρεμα.Θα κλείσω μια ερωτική κόλασηστο τελειωμένο βιβλίο μου,ν’ απορροφήσει το δαγκωμένο χαμόγελομια αφρισμένη θάλασσα.Κι εσύ τσιγγάνε χρόνεθυμήσου,θυμήσου το βοριάκαι τα τρικυμισμένα μου βράδια.Θυμήσου τα στήθια τηςμ’ εκείνες τις βαθιές λαβωματιές.Τα ουρλιαχτά κάποιων νεκρώνστις οργισμένες πλατείες.Εγώ, που κάποτε, τα κύματα ήθελαμε πάθος να βυθίσωστα νεανικά τα μάτια σου έριξα το βλέμμα μου.Κι ήξερα την πόλη που θα σε συναντούσα.Όμως προτίμησα να συννεφιάσωμιαν αμυδρή χλωμάδα της φαντασίας σουΓιατί οι κραυγές νυχτώνουνμαζί με τα πουλιά —εκείνα των ωραίων ταξιδιάρικων ποιημάτων μας.Μίλα λοιπόν με το φεγγάριΜίλα μαζί μου.Είμαι βροχή από χρώματαπου έβρεξε μια μέρα το ουράνιο τόξο,στων απελμάτων δειλινώντην κρατημένη ανάσα.Γοργά διπλώνουν οι σιωπέςκι εγώ βυθίζομαι.Σαν ναυαγός απελπισμένος αφήνομαι στην αγκαλιά σου.Ήμουν εγώ,που ήθελα την πλάση να κοιμίσωΝα ονειρευτώ μαζί τηςτην άσπιλη ρεματιά σου.Μ’ ένα σαρκασμό στο πρόσωποτ’ αποσπερίτη,που βύζαξε η πρωινή μου έπαρση,για να τελειώσω εδώ,χωρίς φίλους,ένα ποίημα που άργησενα τονιστεί,όπως εγώ το ήθελααπ’ εκείνα τα μακρινά,παιδικά μου όνειρα.Αντικριστά κι οι δυο,με άπειρη κι αδέξια λαχτάρα,φτερουγίζουμε στη μυστική κρύπτητων βέβαιων πατημάτων.Όμως για δες•ο άνεμος αφέντης των καιρών,που λάθεψε και πάτησετη ζωντανή καρδιά μου,πάνω π’ αρχίζει να χτυπά μουσικάστου φεγγαρόφωτου τα λημέρια,την τσάκισεκαι άστραψεκι έγινε κατακλυσμός!Αφέθηκα να πλέω στα λασπόνερα,μαζί μου το τσιγάρο σουπ’ άξαφνα άρπαξε η μπόρακαι έκαψε αυτά τα νέρινα μόρια,που μπόχα και δυσωδίακι ανάθεμα μασούσαν.Γι’ αυτό μη μιλάς για μεγάλα νυχτέρια.Αραχνοΰφαντες στιγμέςθα ξεμπροστιάσουν την προδοσίαεκείνων που έφυγαν,αναμασώντας
χιλιοείπωτες κουβέντες,εκείνων π’ ατίμασαντη χλωμή πασχαλιά.Κι οι άλλοι, που διαβήκαν σκυθρωποί,τις ανεξίτηλες τις σκέψειςτων καθάριων νερών,τώρα κρατούν φωτοβολίδες —έτοιμοι είναι να γιορτάσουν στον πανικό,ένα μικρό, ολάνθιστο λιβάδι.Ένας πληγωμένος ημίονοςσάλεψε γοργά τα μπροστινά του πόδιακι αλάργεψαν θαρρείςκακοτυχιές και άλλα τέτοια,που οι μανάδες σιγοψιθύριζανμαγειρεύοντας πρόχειραμια μασημένη βραδινή κουβένταέξω απ’ το χαμηλό παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.Τα πόδια μου βουτώστην υγρασία των θεϊκών απαιτήσεωνκαι γρηγορεύω ένα ατίθασο πρωινόμε μια εκδρομήστους «μικρούς του Παράδεισους».Θέλω να πω ότι εγώ θυμάμαι! Πάντα!...Ήταν Παρασκευή,μπορεί και Σάββατο κι άρχιζε μια καινούργια κόλασηγια μας τους πεθαμένουςμε τις ξέχωρες φορεσιέςτων ζωντανώνκρυμμένες δήθεν μυστικάστα φλογοβόλα μάτια μας!Θα ’θελα πολύμια φωτογραφία σουν’ αναστήσει το χρόνο,στα κλεμμένα πεζοδρόμιαμε τους σπασμένους σηματοδότεςΘα ’θελα να μεγαλώσωκι εκείνο το μικρό μου όνειρο,που άπιαστο πριονίζειτην άδηλη χαρά μου.Μια ψυχική ουτοπίατων τρύπιων γεγονότων.Οι αναθυμιάσεις των υπονόμωνπου σακατεύουν αόριστα.Κι έρχεσαι εσύ δειλάκαι με κλείνεις σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό δωμάτιοκαι ανατρέπεις όλους τους νόμους της φύσης.Κι εγώ άρχισα να τραγουδώγια να μπορέσω επιτέλους ν’ αποδείξωότι και στο κενό οι μέλισσες βουίζουν.Κι εκείνη η μικρή χορεύτριαόταν πλάγιαζε στο κρεβάτι μουκρύωνε,κι η μουσική ήταν τόσο δυσεύρετηκαι τα κλειδιά σκουριάζουνκάπου στο μείον άπειρο.Θα ’θελα όμως μαζίένα γεμάτο πιθάρι με φύλλα λεμονιάςνα ’ναι αλλιώτικων εκδόσεων.Κι όταν δραπετεύειςν α θ υ μ ά σ α ι.Αόριστα σινιάλα να μεταλλάζουν στο βλέμμα σου.Θέλω να φαίνονται τα στήθη σουμ’ εκείνους τους μικρούς ερωδιούς που ζευγαρώνουν μιαν απόφαση.Κι όταν αρχίζει η μέραν’ αποφεύγειςτις ύπουλες και καλοχτενισμένες στιγμές των δολωμάτων.Για μας που προχωρήσαμε έναν αιώνα τη ζωήη ιστορία ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο.Όταν δραπετεύεις, λοιπόν,να ’ρχεσαι τα βράδιαΝα πέφτει κατακόκκινο σεντόνι στα μαλλιά σουκι ο Πήγασος να τρέχει στ’ ατίθασα βουνά σου.Κι εγώ θα μαχαιρώνομαι.Ξέφρενο το πλήθος θα ουρλιάζει: « — Σταύρωσον, σταύρωσον!»Σ’ ένα δειλινό,που πανέμορφες εκστάσεις θα στάζουν τους χυμούς τους,τα δάχτυλά μου θα θέλουν να σ’ αγγίξουνόμως δε θα μπορούν.Οι μουσικοί θα ζευγαρώνουνστις αυλαίες των θεάτρωνΤα σπουργίτια θα χτυπούν τα παράθυρα των ταπεινώνΚι εγώ θ’ αδειάζω τις φλέβες μου,για ν’ αποδείξω ότι η υπόσχεσηείναι για μένα η αρχή.Και στην απύθμενη τη συμφορά μουείχα το κλάμα της φώκιαςκαι την αρρώστια που σιγοτρώει τις ρίζες μου,για να αφήσει τους άλλους να ξεσκίσουν μια ζωγραφιά μου•ένα λιοντάρι,που σχεδίασα παιδίσε μια υπόγεια σχολή υποψηφίων σπουδαστών αρχιτεκτόνων.Έτσι να με θυμάσαι.Νομοτελείς επιφάνειεςπικραμένων μετουσιώσεων.Αδειάζουν οι ποταμοίκαι οι λιγοστοί κροκόδειλοι ψυχομαχούν.Απελπισμένες χειρονομίεςθεριεύουνκι αναριγώ.Θα λευτερώσωένα πικραμένο ανάγλυφο μαχαίριπου ’κρυψα βαθιά στη ζωή μουΘα σπείρωτη ροδαλή απόφαση του μέλλοντος•έναν αυτόφωτο πλανήτη,που πάνω του θα χαίρονται τα παιδιάΚαι μια κυψέληπου ολημερίς θα βομβίζουν οι μέλισσες.Άφηνέ μεκαθώς για να σβήσει το φως της σκάλαςθα γυρίζεις το διακόπτη,να τινάζω το χρόνοαπ’ το φθαρμένο παλτότου τοίχου,έτσι για να ξεμακρύνω λίγομια συμφορά,απόνα δικό μου προσκλητήριο ερώτων,δοσμένη για πάνταστην τρελή εξέγερση του υποσυνείδητου.Κι όταν αυτοίπου στο δρόμο πάντα περιμένουν, για να φωτογραφίσουν τις ανθρώπινες στιγμές,μας δουν κρυφά να ονειρευόμαστε...όλοι κάτι κρυφά ονειρεύονταιτα βράδιακάτω απ’ το φεγγάρι.Κι αν δεν υπήρχαν τα πουλιά στον κόσμο,δεν θα υπήρχαν κι οι τρελοίπου σηκώνουνε τα χέριακαι πετούνκαι χάνονται.Και τα εφτά χρώματα φτιάχνουν μια παιχνιδιάρα πεταλούδασ’ έναν ανοιξιάτικο ουρανόή ένα άσπρο νεκρικό πουκάμισοτης τελευταίας μέρας του χειμώνα...
Θάρθω να σε καλωσορίσω
μ' ένα μπουκέτο όνειρα,
σ' ένα λιόγερμα εξίσου μελωδικό,
μ' ένα λίκνισμα κύκνου,
που τώρα αναπαύεται
στα σκοτεινά τα βάθη
των εποχών
Στα υποσέλιδα των οργασμώνείναι που οι κραυγέςυπογράφουν την ποίησησφραγίδες πυρακτωμένεςεκεί που δεν αναμένεις πιαπάνω που λες, ετέλευσα...κι έχεις αρχίσειτο μεγάλο δρόμοπροέκταση της δίψας σουγια ταξίδια που δεν παραδίνονταιμα καλπάζουνμε τρένα δίχως σταθμούςνα σου φαλτσάρουν τις μελωδίεςνα σηκώνεσαι απ' το ντιβάνικαι να λες...τα πάθη μου δεν είναι λάθη μουμα είναι τα ονείρατά μου
αφιερωμένο στο Χρήστο ΤσάγκαΨιθυριστά, σα στάλες διακριτικής βροχής, σε πλήρη τάξη ζωής, νυχοπατώντας μην ξυπνήσει ο υπνοβάτης, κρατημένη ανάσα μη πέσει ο ακροβάτηςψιθυριστά θεατρικά κι απόκοσμα, μη κοπεί το νήμα το τελευταίο, σαν ευγενής υπηρέτης της αιώνιας τέχνηςμε παντόφλες χαρισμένες, για ακόμη άνεση εντός της κατοικημένης πυκνά συνοικίας
των πρώτων αγωνιστών στα μνήματα - ράφια της ατέλευτης βιβλιοθήκηςκαι, μέσα από καπνούς πολυκαιρισμένους στη φυλακή του αλκατράζ - παντού αλκατράζ - παντού μέλλουν θάνατοι, παντού πάντα επί παντός επιστητού,
όρθιοι νεκροί κι αγέρωχοιΚι η γραφομηχανή έγραφε ακόμημυωπικά γυαλιά δίχως φακούς, αφού τους κατάπιαν τα σκοτάδια των χρόνωνψιθυριστά και μόνοκαι μόνο το άρωμα της δακτυλογράφου διαιωνίζεται. Και μόνο. Κι ο στεναγμός του έρωτα και μόνο. Όχι της πλάνης, όχι της παραπλάνησης των μασκοφόρων.Από το απέναντι διαμέρισμα αντικρυστές κραυγές πόθου και πόθου και πόθου. Κι οι τελευταίες, της ανάπαυλας. Μετά την ένωση την πλήρη των ψυχών. Γιατί, υπάρχουν, το ξέρεις και αυτές. Αυτές που πάλλονται και πάλλουν τις χορδές του πιάνου. Κι υπάρχει κι η δασκάλα του πιάνου ακόμη, κρατώντας τους μετρονόμους όλους στις ανάσες της, πριν και μετά την πράξη. Πριν και μετά την εκτόξευση. Τσούζουν τα μάτια. Μολότωφ στα μάτια του πανικού μετά τον ύπνο τον αδέξιο. Τον αδέξιο ψευτοήρωα τον πορευτή στις οδούς των μπουρδέλων. Εκεί που χρηματίζεται το όναρ των ανθρώπων κι επιχορηγούνται οι επιχειρήσεις ορθοπεδικών στρωμάτων. Τις πουτάνες τις αγάπησα, ρε! Τις γκόμενες, όχι!Ψιθυριστά, έτσι που λες, δίχως καρφιά. Και σου είπα, ε-;- και δίχως υπόστεγα παντός υλικού στην ψυχή... με καλούσε. Εμένα, με καλούσε. "Ναι... Είναι κανείς-;- Με ψάχνει κανείς-;- Είσαι εσύ Προμηθεύ-;-" . "Εγώ είμαι, Δάσκαλε-!-" Του αποκρίθηκα. "Άδειασες τις τσέπες σου στο πεζοδρόμιο-;-" είπε ξανά. "Γέμισα την καρδιά μου με τα δάκρυά σου, Δάσκαλε, κι οι χτύποι μου ανηφορίζουν στο μεγαλείο σου-!-" "Τις πουτάνες να τις λατρεύεις" μου είπε, "στις γκόμενες άλλαζε σταθμό""Δάσκαλέ μου-!-" του μίλησα"Δάσκαλέ μου-!-" κι αυτός...
Δεν έχω άλλα λόγια να πω...Τι να πω-;- Έγραφα. Έγραφε κι αυτός.
Σώσε με -!-γιατίδεν έχω να σωθώΘόλωσαν οι στιγμέςστα πατώματατων εγκλημάτωνεκείπου οι πόρνες της ψυχήςαυτέςοι αγίες πόρνεςτων χρυσών ταμάτωνχόρεψανπάνω στα κόκκαλατων δαιμονισμένων πιστών τουςαυτώνμε τα αιμορραγούντα μάτια-διέξοδο-αφούοι φλέβες τους πληρώθηκανμε χώμα μυρίων δακρύωνμυρίωνκαθόδουημερώνΣώσε με -!-μ' ακούς -;-επουράνιο θύμαδημιουργέ αιώνιων πληγώνγιατίδεν έχω να σωθώσ' έναν άγνωστο πόλεμοκαμμένων θνητώναφούορκίστηκαν οι τρελοίστο βωμό των αισθημάτων
Τρελοί
τρελός
εγώ
Ο πρωταγωνιστής της πράξηςένα τόπι-εκείνοπου μου στέρησαν παιδί που ήμουνΚατρακύλησε όλα τα σκαλιάόλα τα στενάόλους τους θεατέςκι έπεσε στην αρένασ' ένα μονόλογο -λέω, πιάνου ακούρδιστουαφούπρωτόγονη η ύπαρξη μου -για πράξη μίαΚαι τα φώτα σίγησαναμφιθεατρικώςΚαι γκρεμισμένοςχορευτής έναςπου φαίνεταιστο κέντρο των λεπτών -λεπτά ευρήματαγια δύο στιγμές -του πρινκαι του τώρατου τότεκαι του αύριοΣτο μέσονη κραυγή του αιώνασημαντική της πορείας μουκραυγή αγανάχτησηςεπανάκτησης της κίνησηςδίχως διάττοντεςνα καρφώνουν καινα φεύγουνμα με πλανήτες αυτόφωτουςυπεραιωνόβιουςνα χειρονομούνκαταπατώντας τους νόμουςπου επέβαλαν κακώςκάποιοι προς τέρψιν δική τωνΚαλός σκοπόςμε το δάχτυλο στη σκανδάληνα τρομάζει τους εφιάλτεςκαι το λάθος της ερωμένηςνα επιβάλει το λάθοςΚαι γνωρίζω -αυτό το γνωρίζω καλά- σαν τη μελέτη της προπαίδειαςδίχως την παπαγαλία της -η πτέρνα του Αχιλλέωςεξουδετέρωσε τη θεϊκότητα σε μια στιγμήκαι μόνο ένα τόπιδιάφανοδονεί τον καιρόΔεν είναι σφαίραείναι όραμαΚι ότανη πράξις ετέλευσενοι σκιέςλησμόνησαν την αντίστασηκαι η καθαίρεσις έσβησεσαν τον ένα το μοναδικό προβολέαπου κυνηγούσε το τόπι μουκαθ' όλη τη διάρκειατων πεπραγμένων μουεπί σκηνής

αφιερωμένο στις Στιγμές
των τελευταίων Ημερών μου
Αν με προλάβεις στο δρόμοστα άγριά μου τα ζώαμπροστά
να φρενάρειςΜην αποχαυνωθείςμε τις ομίχλεςκι εγκαταλείψεις τις πορείες μουΕγώ απορρίπτομαικαι επιτυγχάνω συνάμαμ' ένα μόνοεπιτρεπόμενο λάθος -το ασυγκράτητοτων ήχων μουΕίναι που χειμωνιάζει νωρίςκι η νύχτα εκπορνεύεταιγια λίγα φώτα -γιατίστέγνωσαν τα μάτια τηςκι η θάλασσά τηςνεκρά έγινεκι έχει ενδιαφέρον να τη δειςκαθώςαποστεώνονται οι ιστορίες τηςκαι τα στήθη της μαραγκιάζουνκαι πώς να θραφείς-;-Σκελετοί ανθρώπινοιτυπώνουν όνειρακι αν με προλάβειςστα διόδια θα λιάζωτους δεσμούς τους αδίστακτουςκαι δίχως να πληρώσω -λαθραίακι επικίνδυνα -θα γκαζώσω τα πάθη μουν' αφήσω εκτός φυλακίου οστώνλίγους σπόρους αγριολούλουδουγια τους ορειβάτες πουθα συλληφθούν την επαύριονκι ένα υποβρύχιο θ' αφήσω- σε τοίχους στίχους -για μια αξιοπρόσεχτη βραδινή απόφαση της σιωπής