Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

"με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις..."

















Επεξεργάζεσαι
τις αισθήσεις μου
Τη γη μου
τρυπάς με
γεωτρύπανο
τη γλώσσα σου
Ο νους σου
κολλημένος
στου παρακείμενού σου
τις όψεις
Σφυρίζεις ανεμελειά
με μέλη σπασμένα
Ωρύεσαι ωραιοπάθεια

Καρφί
ο δείκτης σου
Με καρφώνεις
κάδρο στον τοίχο σου
Με ξεκαρφώνεις -
αιμορραγούν εφιάλτες σου
Με ποτίζεις
σεργιάνι βραδινό σου
μέσα στο χαλάζι

Οι στρατοί σου
ιδρώνουν
Με στοχεύουν
ακριβείας λυγμοί
Τρικυμία στο αίμα μου
Σκίζονται οι φλέβες μου -
χαρτί ιχνογραφίας παιδικής -

Θέλεις
να ζωγραφίσω τα μάτια σου -;-
Απαντώ με στίχους

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

"...Όλα σε μια μηχανή κιμά κι η κόκκινη κλωστή θα τα ενώσει..."

Ευχαριστώ την Angel για την αφιέρωση που μου έκανε στο blog της

(Angel)

"..Κι είπε ο ημίθεος, σαν πέρασε η ζάλη της μέθης από το νέκταρ των Θεών :

broken-glass and blooda

‘.. Κι από το τάσι του χρόνου δε σώθηκε ούτε μια στάλα.. Μόνο γυαλιά σπασμένα,σπλάχνα χυμένα στο πάτωμα. Χειρονομία απέλπιδα και –εν δυνάμει- ματωμένη κάθε προσπάθεια να επιστρέψει η εντροπία τους στο ελάχιστο. Θα συμβιβαστεί .. Μ΄ ένα vitro κατά νου θα συμβιβαστεί .. Θα συμβιβάσει κάθε πρόθεση αναστροφής του χρόνου. Το ξέρει, μερικά πράγματα είναι πέρα των δεδηλωμένων προθέσεών του και πολύ περισσότερο πέραν των δυνατοτήτων του .. Μερικά πράγματα τον ξεπερνούν και αποκαλύπτεται. Κι η δυσκολία να το κατανοήσει αυτό, είναι ευθέως ανάλογη του ήθους που υπολείπεται αλλά και του ‘ήθους’ που επαίρεται ότι διαθέτει. Η μνήμη, –αν υποθέσουμε ότι δεν περιλαμβάνεται στο πακέτο προσφοράς οργάνων σώματός του σε αναξιοπαθούντες του 'είδους' του, ως πράξη ύστατης μέριμνας της υστεροφημίας του, ενδεχομένως και να έσωζε το ελάχιστο αξιοπρέπειας. Αλλά μάλλον εκεί, στη θύελλα αξιών και εννοιών μέσα στη στείρα φιλολογίζουσα καταιγίδα του εν κρανίω, μόνο σαν εργαλείο μνημονικών κανόνων για αποστήθιση και παπαγαλία λέξεων προς εντυπωσιασμό χρησιμοποιείται πλέον.. Τα μάτια.. Είναι τα μάτια πύλη σίγουρα για τον 'μέσα κόσμο' και μονοπάτι για το σκληρό πυρήνα της επικοινωνίας.. Υπό τη βασική προϋπόθεση να υπάρχει ‘μέσα κόσμος’ και βούληση επικοινωνίας. Τα μάτια αλλιώς, Δούρειος είναι ίππος και εισβολέας δόλιος προς άγρα θυμάτων και όργανα βασανισμού των ευπειθών. Κι ο λόγος.. πλάνος και στείρος και δυνάστης. Και ψεύτης γητευτής. Το ξέρει! Και τώρα, αναπολόγητος πια ας αναλογιστεί τη μοναξιά της θάλασσας μέσα στα μάτια του και μέσα από τη θύελλα ας μαζέψει τα κομμάτια του, vitro να κάνει στο αίμα του βαμμένα… καθώς σχεδία διαφυγής σε μυστικά τοπία της νύχτας και σε κήπους δε θα υπάρχει πια.

Λύπη.. Δεν έχω λύπη. Σιωπή μονάχα, σαν το τραγούδι της ανυποψίαστης γοητείας τις μέρες της πολιορκίας των κάστρων.. Μονάχα σιωπή. Και μια απορία κατευόδιου για την απομάκρυνση απ το ταμείο σαν εξοφλήσω τα οφειλόμενα της πλάνης …’

Κι έδωσε μια κλωτσιά στη ανέμη να βρει το μίτο της ματωμένης κόκκινης κλωστής ν΄ αρχίσει νέους μύθους να υφαίνει. Και σαν το Σίσυφο, αποφασισμένος άρχιζε να υπολογίζει του νέου βάρους την κατανομή στις πλάτες του, διαγράφοντας με τη ματιά την κλίση της νέας ανηφοριάς που απλώνονταν μπροστά του .."

..Στο τέλος των καλοκαιριών … Αφιερωμένο!

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

σκληρή βροχή όπως...σκληρό ροκ



















Είναι
που πάντα έλιωνε
η μέρα μου

στη βροχή
δίχως περίφραγμα

- γυμνή -
να συναντά το τίναγμα

Κι αγγίζω το έγκλημα
με κίνηση αργή
για να μπορέσω κάποτε
να μιλήσω

στο κοινό
και πιο πολύ σε ΄μένα

Για να συντρίψω
το νόθο αποτέλεσμα
του μειδιάματος -
προφυλακτήρα
του φόβου σου

Όταν οι άνθρωποι
ξέχασαν τον τύπο τους
άρχισα να διερευνώ
το νοητικό σύμπλεγμα
της υπόστασής τους
με μια πράσινη μπύρα
που ξεχείλισε στο ποτήρι σου
να πίνω λαίμαργα
το αλκοόλ σου

Ελέγξτε τις ομπρέλες σας -!-
μοιράζουν οπές
στα κρανία
Σκουριάζουν χορδές
μουσικών αισθήσεων
Και το δηλητήριο -
αλκοόλ πράσινης οργής -
βρέχει ακατάπαυστα
το λυγμό μου
στη λήξη της βάρδιας
των τυφώνων

Κι άκου
τη φωνή σου
σε διάλειμμα βροχής

Η δικιά μου ψυχή
δίψασε
εσύ
δίψασες -;-
κι αυτός -;-
Αυτός
δίψασε -;-

Ίσως η γραμματική
να μου ήταν πάντα φιλική
κι εσύ να μη το διάβασες ποτέ
Όπως
κι η γλώσσα μου
που λύθηκε απαρχής
στις συλλαβές του ονείρου

Γι' αυτό
ελέγξτε τις ομπρέλες σας
φθινοπώριασε
και τα φύλλα
κιτρινίζουν γρήγορα

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

ο δέκατος τρίτος αχός

















Διαυγής
ο ανήλιαγος τοκετός
στο χρεμέτισμα της φύσης
Οργιάζει
στη λαχτάρα
της εξέλιξης
Στη λίστα
των μαύρων ποιητών
όταν μπλέκονται τα χέρια
και μετά
δειλιάζουν οι ανεμώνες
να δεχθούν
το σκίρτημα τ' ανέμου -
που τον κρέμασα
σκουλαρίκι στ' αυτί -
για να θυμάμαι
τη μανιώδη προσπάθεια
να εκλείψει η σελήνη
αφού δεν μπόρεσε
να λυγίσει τις πένες μου
και χάραξε
ένα ακόμη όνομα -
το δικό μου
το δέκατο τρίτο -
στη μελωδία
που συνόδεψε
το μέγα λάθος της

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

θυμάμαι





















Τα βράδια

κλαίει

στην αυλή της πόλης

Τότε
ξυπνώ
και γρυλίζω μαζί του

με μια ζωστήρα
να μαστιγώνει

τους ανέμους

Στο τέρμα

να ραγίζει
το δέρμα
Γλύφει
τις πληγές του
και γλύφω
το αίμα
απ' το τσιμέντο

να μη βρεθούν
αποτυπώματα

και καταχωρηθεί

το έγκλημα
Τα βράδια

έρχονται οι εφιάλτες

έρχεσαι
κι εσύ

κι εσύ

Κι εσύ

στρίβεις τσιγάρο

με το φλοιό
του εγκεφάλου μου

καπνίζεις αμίλητη

Πού είναι τα μάτια σου-;-


Γρυλίζει

στην αυλή του κόσμου

Γλύφω το αίμα

και
μου ΄γινε συνήθεια

να γέρνω τις μέρες

και τα βράδια

να κουβεντιάζω
με βρυκόλακες

Κουβεντιάζω
μαζί σας
...προπάτορες
Και εγένετο σκότος

και κρύο πολύ

Πώς να μετρώ
τις μέρες τώρα-;-

Και πώς να ζεσταθώ-;-

Στην κουβέρτα μου
-
σα σπέρμα ξερό -
κοκκάλωσαν οι αναμνήσεις
αποτυπώθηκαν οι κραυγές

Με κρυώνει το όνειρο

το ασπρόμαυρο της ζωής

Κι εσύ
θυμάσαι-;-
είπες "σ' αγαπώ"

Ό,τι μπόρεσα να σώσω

είναι η ακοή μου

κι η μνήμη

μετά το μεγάλο διωγμό-

θυμάσαι-;-

απ' τον παράδεισο
του τίποτα


Κι εσένα

σε άκουσα
να ψιθυρίζεις "σ' αγαπώ"

όμως
πού είσαι-;-

Γιατί
δε βλέπω όραμα
και να ΄ρθεις-;-

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

στη βροχή




















Σε συνάντησα
βροχή
αποτέλεσμα
της συνάρτησης
της άγνωστης
γνωστής ερήμου μου

Το ατίθασο άγγιγμά σου
φιλί ζωής
όταν
τα χρώματα
έσταζαν αλκοόλ
στις αισθήσεις

κι έφερναν

τη λήθη
της αυγής
Να σου πω
το θέλω -
σιωπή

Στην επιστροφή σου

ματαίωσα την πτήση μου

και πελάγωσα

Βροχή ή
μεθύσι
την ώρα της σιγής-;-

Το αίνιγμά σου
θάνατος

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

ένα μολυσμένο όνειρο














Επίπεδος, λες,

σε επεισόδιο στεγνό

Οστά κρανίου

παρατεταγμένα ανυπότακτα

Κελάρι καρδιάς

διαρρηγμένο από πυροτεχνήματα
Φλέβες οπές
να μπαινοβγαίνουν

θεραπευτές παραδομένοι

Σε προδοσία

η ανάμνηση νου

Ψωμί δεν υπάρχει

ούτε νερό

Νοθευμένη απόλαυση μόνο

σε κοινωνία
καθ' όλα ηθική

με δικαστές παιδεραστές

και αιμοβόρους
Φανελάκι κάποτε λευκό

στεγνώνει ακόμη

στα κάγκελα της ντροπής
Απέναντι μια ουρά αετού -

αντίκα -

από προγενέστερες γιορτές

κάποιας Δευτέρας Καθαρής
Κι εδώ
ούτε επίπεδος
είσαι