Τελώνι Τρελώνι
Kάπου καραδοκούν,
τα κίτρινα μάτια των λύκων,
μια μικρή σπίθα Ελπίδας,
αλλά ναί!Ζωντανή,γεμάτη οργή
και τα Τσεκούρια είναι καλά ακονισμένα,
στα σκοτεινά λαγούμια χωμένα,
που θ αστράψουν με τον Πρώτο Κεραυνό!!!
΄Ερχεται σταθερά με ήρεμο το βήμα,
πλησιάζει...η αγέλη!
Ακούς το Τραγούδι των Λύκων που υψώνεται;
Χα, δε τ ακούνε όλοι, μονάχα αυτοί που θέλουν...
...θέλουν ν ανάψουν τους Πυρσούς
κι από τις Στάχτες των χαμένων,
θα γεννηθεί καινούργιο Αίμα!
Πιο κόκκινο, πιο Κόκκινο
Τόσο Κόκκινο,
που δε θα ξεχωρίζει απ' το Μαύρο!!!
*******************************************************
Angel ^j^
Στα σπλάχνα ανάμεσα
η ψυχή μας
στη στάχτη
στη στάχτη
θα μεταγγίσουμε
όλο το δάνειο απ τον Ήλιο
μ όση ενέργεια μας έφερε ως εδώ
Με μιας Σελήνης
Παραμύθια
Και μιας Παλίρροιας
ώθηση
Θα ποντιστούμε
Θα ονειρευτούμε
Μια Άμπωτη
Να στεγνώσει τα μάτια
Να στεγνώσει τα νερά
Σε άμμο στεγνή
Κι απάτητη
μέσα απ το κέλυφος
δειλά να βγούμε
Να ξεθαρρέψουμε τα βήματά μας
Νέα παραμύθια
Να ψιθυρίσουν νανουρίσματα
σε νέα παιδιά
Μ΄ όλη τη λύσσα
μιας ανατροπής
μιας αγανάκτησης
… και μιας Ελπίδας !
*************************************
ΝΑΔΑ
Φοράμε τις μάσκες της αποξένωσης
Και κρατάμε το δόρυ του φόβου μας
Έτοιμοι να τα μπήξουμε σε όποιον μας καταλάβει
Ουρλιάζουμε τραβώντας τα σκεπάσματα μας τις νύχτες
Και καταπίνουμε λαίμαργα τις απόψεις του άλλου
Μόνο και μόνο για το διαβατήριο στον κόσμο του αρεστού
Και έτσι γεννάμε
Πολλαπλασιάζοντας
Θετικότητα επί θετικότητα
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
Εμείς οι άνθρωποι
Μας προγραμμάτισαν
σβησμένους πυρσούς να μεταφέρουμε
και να ασελγούμε στα σπλάχνα μας
Κρανίου τόπος η ψυχή μας
Ο άνεμος ξενητεύει
τις στάχτες των εμβρύων μας
Και,
βελάζουμε χαριτωμένα...
σβησμένους πυρσούς να μεταφέρουμε
και να ασελγούμε στα σπλάχνα μας
Κρανίου τόπος η ψυχή μας
Ο άνεμος ξενητεύει
τις στάχτες των εμβρύων μας
Και,
βελάζουμε χαριτωμένα...
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Ο χορός της Σαλώμης
Πότε θα κελαηδήσουν τα πουλιά;
Κι οι παπαρούνες σ’ άσπρο χαλί
θέλω να γεννήσουν το χαμόγελο.
Εκεί,
στο σκαλοπάτι της σιωπής,
που σ’ ερωτεύτηκα ζωή,
η Σαλώμη χόρεψε τον ύστατο χορό της.
Κι ύστερα,
ζήτησε ν’ αφανιστεί το σύμπαν.
Κι επειδή οι θεατές της είχαν ξελογιαστεί,
μαχαίρωσαν το όνειρο.
Και σα για να ξεπλύνουν τα κουρέλια τους,
έχτισαν πέτρινους τάφους
κι έθαψαν πλουσιοπάροχα
τα σκόρπια μέλη του αέρινου ψίθυρου,
το βράδυ,
στο δάσος.
Κι η Σαλώμη ξεψύχησε…
Κι οι παπαρούνες σ’ άσπρο χαλί
θέλω να γεννήσουν το χαμόγελο.
Εκεί,
στο σκαλοπάτι της σιωπής,
που σ’ ερωτεύτηκα ζωή,
η Σαλώμη χόρεψε τον ύστατο χορό της.
Κι ύστερα,
ζήτησε ν’ αφανιστεί το σύμπαν.
Κι επειδή οι θεατές της είχαν ξελογιαστεί,
μαχαίρωσαν το όνειρο.
Και σα για να ξεπλύνουν τα κουρέλια τους,
έχτισαν πέτρινους τάφους
κι έθαψαν πλουσιοπάροχα
τα σκόρπια μέλη του αέρινου ψίθυρου,
το βράδυ,
στο δάσος.
Κι η Σαλώμη ξεψύχησε…
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009
Η ΜΑΣΚΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ
Υστερόβουλα πατήματα
στο πηχτό σκοτάδι.
Η χειράμαξα π’ αναστενάζει
κι ύστερα βυθίζεται —
αιώνια σιγαλιά.
Τα παιδιά ράγισαν
σ’ ένα κακοπληρωμένο αγκάλιασμα.
Μήπως ο καιρός
να πρόδωσε τα ωραία μας σώματα;
Κι εσύ Αίολε,
δυνάστη των ανέμων,
κοίταξε•
το πρόσωπο κάτω απ’ τη μάσκα
είναι το δικό σου.
Μια στάλα της βροχής
ερωτεύεται μια ανθισμένη ανεμώνη.
Κυλάει γραφικά
στον άδειο της λαιμό.
Τελειώνω μια έξοδο
στο μεγάλο σου σχεδιαστήριο
Το μελάνι χύνεται στο χαρτί.
Τα μάτια καρφώνονται
στο μαύρο υλικό.
Γκριζοπράσινη σιωπή
κι αποπειράθηκα να σε χορτάσω
Θα ’ρθεις να δεις
το πνεύμα των κυμάτων;
στο πηχτό σκοτάδι.
Η χειράμαξα π’ αναστενάζει
κι ύστερα βυθίζεται —
αιώνια σιγαλιά.
Τα παιδιά ράγισαν
σ’ ένα κακοπληρωμένο αγκάλιασμα.
Μήπως ο καιρός
να πρόδωσε τα ωραία μας σώματα;
Κι εσύ Αίολε,
δυνάστη των ανέμων,
κοίταξε•
το πρόσωπο κάτω απ’ τη μάσκα
είναι το δικό σου.
Μια στάλα της βροχής
ερωτεύεται μια ανθισμένη ανεμώνη.
Κυλάει γραφικά
στον άδειο της λαιμό.
Τελειώνω μια έξοδο
στο μεγάλο σου σχεδιαστήριο
Το μελάνι χύνεται στο χαρτί.
Τα μάτια καρφώνονται
στο μαύρο υλικό.
Γκριζοπράσινη σιωπή
κι αποπειράθηκα να σε χορτάσω
Θα ’ρθεις να δεις
το πνεύμα των κυμάτων;
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Ταξιδιώτης της βροχής
Οι καρδιές των λουλουδιών
πλάθουν μια καινούργια ιστορία.
Στα φίλτρα των χρωμάτων τους
ρίχνουν τη μαγική τους σκόνη
κι ερεθίζουν
δυο μάτια ορθάνοιχτα
π’ απειλούν την αγνότητα.
Στην ψυχή μου
το γλαροπούλι
τ σ α κ ί ζ ε τ α ι
κι ένας άσπλαχνος θεός
μοιράζει τυφλός
μες στα σκοτάδια
τα μόρια της καρδιάς του.
Αχ, δεν μπορώ την Άνοιξη
να νιώσω.
Τα ρίγη με ρίχνουν
σ’ απόκοσμες εξερευνήσεις.
Ταξιδιώτης
στις γαλάζιες ανταύγειες της βροχής
έξω απ’ τις πόρτες
των ανθρώπων.
Δεν στέγνωσαν ακόμη
τα φτερά μου.
πλάθουν μια καινούργια ιστορία.
Στα φίλτρα των χρωμάτων τους
ρίχνουν τη μαγική τους σκόνη
κι ερεθίζουν
δυο μάτια ορθάνοιχτα
π’ απειλούν την αγνότητα.
Στην ψυχή μου
το γλαροπούλι
τ σ α κ ί ζ ε τ α ι
κι ένας άσπλαχνος θεός
μοιράζει τυφλός
μες στα σκοτάδια
τα μόρια της καρδιάς του.
Αχ, δεν μπορώ την Άνοιξη
να νιώσω.
Τα ρίγη με ρίχνουν
σ’ απόκοσμες εξερευνήσεις.
Ταξιδιώτης
στις γαλάζιες ανταύγειες της βροχής
έξω απ’ τις πόρτες
των ανθρώπων.
Δεν στέγνωσαν ακόμη
τα φτερά μου.
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009
Οράματα βυθίζοντα
Όταν ο ξέγνοιαστος βαρκάρης
σκάλισε του πελάου την πυγμή
πάνω στο μουσκεμένο του σκαρί,
άφησε να του φύγει
ένα ήρεμο δείλι
στων ανέμων το στρατί
Και ’γω,
που ακόμη αγαπώ
την παράξενη τη φλόγα
των βλεμμάτων σου,
μια σύγχυση θα σπείρω
να τεμαχίσω μια καρδιά
και να κερδίσω
το μυρωμένο χρώμα
πάνω στης μουσικής τη νότα,
με μια κραυγή.
Αχ, οι τρελές έλξεις των πλανητών!...
Κι η Αφροδίτη δάκρυσε
όταν ο Άρης άστραψε
και χτύπησαν τα όπλα του
στο πλακόστρωτο των αιώνων
Κι οι νύχτες είναι το ίδιο ώριμες
κι ανώριμες
όπως διαβάζω μια φαντασία
στις σελίδες της καρδιάς σου
κι αφήνω να ξεφύγει
το βουητό της θάλασσας
απόνα κοχύλι,
που κατοίκησε
στο μέρος των χειλιών σου
σιωπηλά και δαρμένα.
Και γλίστρησα για πάντα στο νερό...
Άσπρο καράβι της στεριάς το γιασεμί
ευωδιάζει ακόμη
λίγα μέτρα πριν τη ζωή μου...
σκάλισε του πελάου την πυγμή
πάνω στο μουσκεμένο του σκαρί,
άφησε να του φύγει
ένα ήρεμο δείλι
στων ανέμων το στρατί
Και ’γω,
που ακόμη αγαπώ
την παράξενη τη φλόγα
των βλεμμάτων σου,
μια σύγχυση θα σπείρω
να τεμαχίσω μια καρδιά
και να κερδίσω
το μυρωμένο χρώμα
πάνω στης μουσικής τη νότα,
με μια κραυγή.
Αχ, οι τρελές έλξεις των πλανητών!...
Κι η Αφροδίτη δάκρυσε
όταν ο Άρης άστραψε
και χτύπησαν τα όπλα του
στο πλακόστρωτο των αιώνων
Κι οι νύχτες είναι το ίδιο ώριμες
κι ανώριμες
όπως διαβάζω μια φαντασία
στις σελίδες της καρδιάς σου
κι αφήνω να ξεφύγει
το βουητό της θάλασσας
απόνα κοχύλι,
που κατοίκησε
στο μέρος των χειλιών σου
σιωπηλά και δαρμένα.
Και γλίστρησα για πάντα στο νερό...
Άσπρο καράβι της στεριάς το γιασεμί
ευωδιάζει ακόμη
λίγα μέτρα πριν τη ζωή μου...
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009
Για μιας σκιάς...το χνάρι
Λέω...
ανήλικο πάντα πορεύεται
ό,τι δακρύζει
κι ό,τι ποιεί-
αλήτικα ποιήματα
που στήνει
Ό,τι σπαράζει
κι ό,τι ερωτεύεται ακόμη...
Ό,τι στυλοβάτης
της ψυχής του γίνεται
και ουρανοποιός
του δικού του κόσμου...
...στα χρόνια της απομόνωσης,
στα χρόνια της οργής,
στα χρόνια της λύτρωσης
...Γιατί,
έρχεται κάποτε η λύτρωση
κι η αποδοχή
δε μοιάζει πια επικίνδυνη...
στη Μαρίνα
ανήλικο πάντα πορεύεται
ό,τι δακρύζει
κι ό,τι ποιεί-
αλήτικα ποιήματα
που στήνει
Ό,τι σπαράζει
κι ό,τι ερωτεύεται ακόμη...
Ό,τι στυλοβάτης
της ψυχής του γίνεται
και ουρανοποιός
του δικού του κόσμου...
...στα χρόνια της απομόνωσης,
στα χρόνια της οργής,
στα χρόνια της λύτρωσης
...Γιατί,
έρχεται κάποτε η λύτρωση
κι η αποδοχή
δε μοιάζει πια επικίνδυνη...
στη Μαρίνα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)