Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Κάπου μακριά...

Ασημόπαπιες κολυμπάνε
σ’ αιθέριο κορμί.
Κάνουν να σκύψουν στη νύχτα,
αλφαδιάζουν τη σκέψη
κι αρμενίζουν στο άπειρο.
Γυμνό σώμα,
νούφαρα επιπλέοντα,
εμπλέκονται φωνές,
πάθους εικόνες.
Θλιμμένες οπτασίες
ξεσηκώνουν ολοφυρμό.
Τ’ ανθρώπου σημάδια
σ’ έναν άλλο βυθό.
Δεν θέλω πια άλλες συμβουλές.
Βραχιόλι λευκό σου φορώ
στο μπράτσο
Της βροχής το υγρό χιτώνιο
ντύνω το κορμί σου.
Τα μουσκεμένα σου φιλώ περιβόλια.
Ασημόπαπιες βουβές
στολίζουν το φαράγγι σου,
που γέμισε ουράνια ύδατα.
Μυρωμένα κορίτσια ξεθωριάζουν.
Κάπου μακριά,
πέφτουν κεραυνοί!..

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Υπόσχεση

Κι άξαφνα
μέσα στο φως,
δονείσαι.
Δεν το ’ξερα
πως τα σύννεφα
σταλάζουν βροχή.
Τα πειρατικά καράβια•
περαστικές στιγμές
στην ανάστερη ύπαρξη
της φωνής μου.
Γέρνω στη μεριά των αινιγμάτων.
Μαίνονται τα λιοντάρια
και ορμούν.
Σώμα ασάλευτο, εκστατικό,
αχαλίνωτο παιχνίδι
στα χέρια μου.
Με μαγνητίζεις
με κύματα αέρινων λουλουδιών.
Παραπαίουμε
σ’ ένα δοξάρι βραδινών πόθων.
Κι αν το φεγγάρι θρυμματίσω,
θα χαθώ μες τ’ αστέρια.
Πληγωμένοι εραστές,
οι κομήτες θα ουρλιάξουν.
Σπαραχτικά θα ικετέψουν
τη διαφάνεια,
της χυμώδους σιωπής σου.
Ύστερα, στο μοναστήρι των Αγγέλων
θ’ ανάψω πυρσούς.
Να στέψω με στίχους
τη λατρεμένη μορφή σου.

περί ... ανέμων

Περί ανέμων και υδάτων

λόγος πολύς

Περί εκεχειρίας με το διάβολο

και

δήθεν σπαραγμών

ακόμη πιο πολύς ο λόγος...

Για μήτρες μεταλλαγμένες,

και αποσυντεθιμένα πέη,

ποίος ο λόγος;

Για βρύσες που ρέουν θάνατο

κι ανοργασμικά κορμιά;...

Πώς να ερωτευτούμε τη βροχή

μέσα απ' τα κάτοπτρά μας...

Βουίζει ο νους μου ακόμη...

Λέω ν' αρχίσω

να σπάω τοίχους,

που μου στερούν

τη θέα των πρωινών



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

το χρέος του ποιητή

Αποπροσανατολίζω τη νύχτα
δημιουργώντας λαβυρίνθους

Εγείρω στα θεμέλιά της
τριγμούς τρισδιάστατους,
μ’ αλλεπάλληλους στίχους οργής

Παιδεύομαι
να στερεώσω τα βήματά μου
στ’ αέρινα μόρια

Ληστεύω φωτόνια
να χτίσω γέφυρες αλλού

Καυτηριάζω
τις ορμές του φονιά
με τα χίλια πρόσωπα

Παίρνω μαζί μου ένα σπίρτο
ν’ ανάψω τα βλέμματα του πρωινού
Κι εντάσσω στο λεξιλόγιό μου
το χρέος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

αιθέριο πάθος

Η ανάρτηση αυτή
χαρίζεται στο όνειρο
που...έδωσε παραγγελιά



Ψάξε με
μέσα στα χνώτα των αλόγων,
στο υστερόγραφο της φαντασίας,
στην ασύστολη άνθιση
των σκεπασμένων σούρουπων,
στο σαλάγισμα του τέλους του έρωτα,
στων απρόσμενων ναυαγίων
τα ξενύχτια.
Αν ασπρίσεις τη νύχτα
θα υγράνεις τα μάτια μου.
Ψυχοπούλια τότε του Βοριά
τις βαριές αλυσίδες του πάθους μου
θα σηκώσουν
σ’ αιθέρια πέλαγα θα βρεθούν.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

στα κοιμητήρια των συνειδήσεων

Λαξεύω τη φωνή μου,
τις νύχτες,
σε κοιμητήρια συνειδήσεων
Τότε που τα αγρίμια
ουρλιάζουν σπαραχτικά -
για τροφή
για αίμα διψούν

Ικετεύω
γι' ανάσταση νεκρών
προκαλώντας οργή
στο σιωπητήριο

Πριονίζω τα δέντρα
τα πανύψηλα της αιωνιότητας

Ξεθάβω αντάρτες ρυθμούς
να ξαγρυπνήσω το φεγγάρι
να μη τελέψει το φως

Να προλάβω θέλω,
να προλάβουμε
πριν την Αυγή,
να οργανώσουμε την αταξία
στην πόρνη τάξη
των ημερών μας

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Οι φίλοι μου κι εγώ

Οι φίλοι μου
γέρασαν παιδιά
Δεν πρόλαβαν
ν' ανθίσουν

Ξενύχτισαν το θάνατο
νύχτες μεγάλης μοναξιάς
Τότε που οι εξουσίες
τους φίλους τους μετέτρεψαν
σε φωτοβολίδες...
και τις εκτόξευσαν στον ουρανό
για να γιορτάσουν,
με παιδικά κομμάτια,
την υπεροχή τους

Οι φίλοι μου γέρασαν
αφού βύζαξαν αίμα
Αίμα έσταζε
το βυζί των μανάδων -
ποτίστηκαν με θάνατο

Διαμελισμένα κορμιά
των φίλων τους προσκύνησαν
υποβασταζόμενοι
από πατερίτσες -
δώρο τους πρωτοχρονιάτικο

Αίμα βύζαξα κι εγώ
και θρήνησα πολύ

Παιδιά γεράσαμε,
οι φίλοι μου κι εγώ,
κι έτσι, υπερήλικες,
ερωτευτήκαμε την ουτοπία
και φυτεύουμε στίχους
στο χάος

Θα γεννηθούμε ξανά μια μέρα
οι φίλοι μου κι εγώ,
γιατί το γάλα στερηθήκαμε
και τις ανταύγιες
στο χνώτο των μανάδων μας