Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

ο μονόλογος του περατάρη



γυμνός από κορμί / ερωτεύομαι
Σάρκα κόσμιων κόσμων / πώς να ορίσω τα φιλιά μου εδώ / όταν τα χείλη τους -
μαχαίρια με σφάζουν -;- / όμως, μ' αυτά πορεύομαι / σε κακόφημα ξενύχτια
δηλητηριάζομαι / την επόμενη νύχτα να είμαι έτοιμος / με τα κορίτσια του δρόμου
τ' άμαθα / να κάνω καράβι φυγής.




επικαλούμαι το θανατο / ανάμεσα σε θανάτους ζω πατρίδα / άρμα φωτός
ξενητεύομαι, με σπίθα μάτι /..έρχονται τα νερά καταιγίδα στη σκέπη μου. / μένω
αταβάνιαστο φυλαχτό οργής. / θέλω να ταξιδέψω στο χώμα και φτάνω στο άπειρο.



δεν έχει
νέο. δεν έχει παλιό. δεν έχει τόπο. παύω ν' αναζητώ. νεκρώνω το χρόνο, και,
πάλι ύδατα - απ' του πουθενά το πάντα. δεν έχει τέλος η οδός. εντέλει θρυμματίζομαι.
έτσι, ως περαστικός, και βυθισμένος. γι' αυτό αργούν οι άναρχοι να μου
μιλήσουν. τους κάνω κόλπα κι εγώ. τους παίζω και τους κρύβομαι.



ο πόλεμος σφυρίζει. τον ακούς;
φοβούνται οι ανάσες και κρύβονται. μα όρκο έχω δώσει τιμής απ' τα παιδικά μου:
ετούτον τον πόλεμο θα τον λύσω με σφύριγμα πνοής δικής μου. είναι πλατύς ο
βυθός της φωτιάς


είμαι
εκείνος ο βλαμμένος σχοινοβάτης, μοιάζω παράταιρος. δεν έχω χέρια. καήκανε στα
πάθη. μόνο τιμή κρατώ κι ισορροπώ ένα σκισμένο δέρμα, απ τα φρικιά που τρώνε τη
λάσπη μου. άστρο δεν έχω. σκόνη καταπίνω. σκόνη ξερή. με σκόνη τρέφομαι. με
κρατούν, δυο κουρέλια δάκρυα, που πλάστηκε η αθωότητά μου. ..κι εκείνο το
κορίτσι..που τρόμαξε από τον κεραυνό, κάποιο βράδυ στον παράδεισο. γυρεύω το
κορίτσι. και πες με ό,τι θέλεις.. κι ας λένε, ό,τι πουν.



κι είμαι ο Μέγας Αλήτης των αιώνων.
τρομάζουν οι άνθρωποι όταν με βλέπουν. γίνομαι ίσκιος της σκιάς μου. ίσκιος
στον τοίχο μου. τέσσερεις τοίχοι. ο ένας με κρατά. οι τρεις σκοντάφτουν στο Ένα
μου
·  έτσι, μπορώ να
εξιστορώ τ' ανείπωτά μου