Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

οι μάσκες κομμάτια



και "διαμοίρασαν τα ιμάτια αυτού",
με κόμπους, με αίμα, με ξέφτια,
/ και ήταν ιμάτια αυτής,
με σπάργανα, ραφές ανοιγμένες, τρύπες από σκώρο
και πολυχρησία /
Ξεχειλωμένος ο λαιμός –
του ΄βαλαν θηλιά να σταθεί –
μα είχε κι αγκάθια
/ μπαινόβγαινε ο φονιάς
απ’ τις οπές /
Τα λόγια κομμάτια
σαν «σ’ αγαπώ» εμποτισμένα φτερά στον άνεμο,
και σαν «φιλώ» ευθύγραμμα μαχαίρια
Στα ξέφτια των μανικιών
οι χλευασμοί παρφουμαρισμένοι γαλλικό
στην πλάτη τα καρφιά –
βαρυσήμαντα likes
και inbox του πάθους –
Ρουφιάνες στιγμές διαρκείας,
ματιές ντίβες – σταρ διανθισμένου Χόλυγουντ –
όλα ζωή -!-
Κι όταν αφέθηκε αυτή κλειδωμένη στο πατάρι
ή σε απρόσιτη γραμμή αυτός να ξεχαστεί,
έπεσε κλήρος και
διαμοιράστηκαν τα ουρλιαχτά του –
λυγμοί, του μέσα του, σε ορθό εμείς –
Τότε τον έσυραν νεκρό
σε όλα τα ντουβάρια,
κι εκείνη μάτωνε βαριά.
Ήταν η στιγμή, που εφεύραν μάσκα αγίου
και τον γάζωσαν «δημοκρατικά»
Καθώς έπεφτε το σώμα της
έπεσε κι η μάσκα 
Ήταν εντέλει
ένα αλάνι –
απ’ αυτά που πολιορκούνε
τους τοίχους με γκράφιτι
κι αγκυλώνονται στα παγκάκια
τα κουρέλια τους -.
Τότε τον χρίσαν βασιλιά
και τα ντουβάρια κατέρρευσαν.
Το τελευταίο παραμύθι
πήρε να τελειώνει
κι ο ήλιος αυτοκτόνησε.
Έτσι, γεννήθηκαν οι μπόρες - τελεία και στοπ -