Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

να τ' ακούς



Αρχιτεκτονικός σφυγμός καταβυθίστηκε
από δηλώσεις βαρυσήμαντες λατρείας –
δηλώσεις θνητών, σε στιγμιαίο θάνατο,
κι ακαριαίο φιλί στο σταυρό κατευθείαν –
ό,τι αρπάξει να νομίζει και
να τάζει ταξίδια πειρατικά.
Κι από τότε στα σπίτια, φωνάζω «όχι!»,
στις αναγνωριστικές αποβάθρες των ζωντανών
στις προδομένες ματιές των μηνυμάτων, 
- «όχι, όχι!» -
των ενοχλητικών εντόμων – 
στιγμή βράδυ πεθάναμε κι οι δυο –
εγώ με μια ζωή, κι εσύ με λόγια παχιά -
κι ακόμη ζωγραφίζουμε.
Ενταφιασμένοι νοσηλευόμαστε –
επί πληρωμή ο καιρός –
λιβάνια απαρχαιωμένα – δυο
χιλιάδων ετών και κάτι
σα φιλοδώρημα  - τσόντα σε προγονικό νυφικό –
Ανεκπλήρωτα πρωινά υποσχέσεων
Εσύ που έσπερνες τα πλείστα τενεκέ
σε σεντόνι που κατέρρευσε αφυδατωμένο
κι ας αποθηκεύσαμε περιοδικά της Τέχνης
σε στεγνωτήριο οικόσιτο, να σέρνεις ώρες στραβές.
Μια καριόλα βροχή μπορώ να χτίζω
και να πλανεύομαι. Να με ξηλώνω ακόμη
σε τοίχο επιζώντα, σε μύριους γάμους
και μια κηδεία επιφυλακής,
με, γλώσσα τεράστια π’ απαγκιστρώνεται
από τη γλίτσα της εποχής.