Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

η διαθήκη μου





















Ρωτάς-;-

Τώρα ρωτάς-;-

Έναν αιώνα που άργησα

να φύγω-;-

Έναν αιώνα που μάτωνα

που ήσουν-;-

Εγώ χαμήλωνα τους ίσκιους

πιο έντονα να φαίνεται

που έβραζε το αίμα

Εγώ βουτούσα την πυγμή

στου άνεμου το πιόμα

κι έξω απ’ τις πόρτες των θεών

σεργιάνιζα

κρατώντας τσίλιες

στα χέρια μου

ν’ αρπάξουν τη φωτιά τους..


Ρωτάς για ΄μένα-;-

Να με γροικάς σαν το πουλί

στου ανέμου την αντάρα

και σαν αρμύρα

στα χείλη σου

θαλασσινή


Κι αφού ρωτάς

και θέλεις να θυμάσαι..

θυμήσου με σα δειλινό

που γέρνει στο κορμί σου

Φλεγόμενο να με θυμάσαι

να σου ζεσταίνω την κάμαρη

και να σου σπέρνω όνειρα

Ένα καΐκι να θυμάσαι

στ’ ανοιχτά των νερών

με μια λησμονημένη

φυσαρμόνικα παιδιού

πάνω στις στοίβες με τα δίχτυα

Σκοινί να με θυμάσαι

που λύθηκε απ’ τον κάβο

και σέρνεται

στ’ άγριο το τσιμέντο


Χίλιες πληγές να βλέπεις

σε λάθος κορμί κι αγέρωχο

Μαστιγωμένες μέρες

σε ψυχή μήτρα φιλιών

Δυο μάτια βουρκωμένα

να θυμάσαι -

παράπονο τ’ αδίκου

που ήπιανε τη νύχτα

και σου φέξαν στο σκοτάδι

να μη χαθείς

μη ξεχαστείς κι αργήσεις ν’ αρμενίσεις…


Ρώτα, λοιπόν-!-

Για να θυμάσαι-!-

Στα σκοτεινά

αντάμωνα κορίτσια

Ξημέρωμα γεννούσα τα αγόρια μου

Κι ένα μαντήλι κόκκινο -

φουλάρι στο λαιμό μου

με μαύρα ρούχα

πυροβάτης οργισμένος

Μποτάκια

λυμένα συνθήματα -

τα κορδόνια

Κατρακυλούσα τα βράχια τους

να ΄ρθω να σ’ ανταμώσω

μ’ ένα κλωνάρι πυρετό

του πάθους μου λουλούδι


Ρώτα με-!-

κι αν θέλεις κάπως να με πεις..

Έρωτα κι Επανάσταση

και Προμηθεύ Πυρφόρο

Αυτά έχω ονόματα

Κι άλλα από τούτα

δε θα πω…

Θα φύγω…

Γιατί Εσύ

Εσύ έφυγες πρώτα…

Κι αφού το θες να θυμηθείς…

Θυμήσου με…

με δυο φτερά σπασμένα

που πετούσα


Χειμώνα και Φθινόπωρο

τότε να με θυμάσαι

Αγριεμένη θάλασσα

τρέλα μες το μυαλό μου..

από εκεί ανασύρθηκα

κι εκεί

φλεγόμενος

θα περπατήσω

μια νύχτα με φεγγάρι..