Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

τα χέρια μου



















(ή,

τα φονικά μου εργαλεία

ή,

μάνα, χρόνια σου πολλά)

Έζησα στον κόσμο

σκίζοντας τις σάρκες μου -
ενσυνείδητα περιθωριακά -
να με μισήσω ουρανέ

Κι ό, τι δεν άντεξες
ήταν τα χέρια μου -
φονικά εργαλεία
της χτισμένης ηρεμίας σου

Κι αυτοσαρκάζομαι
κοιτάζοντας το ακροκέραμο
των χρόνων μου των σκοτεινών
που σφηνώνεται στα μάτια μου

Επιστάτης τυφλός
του επιταφίου μου και
των ερώτων
που
μ' ερήμωναν κι άλλο
Άδεια φωλιά αποδημητικών
Κύμα
που δεν έφτασε ποτέ
στο βράχο

Ήρθα αργά
κι ήταν
λίγες πολύ
της μέρας οι ώρες
και
το λάθος έβρεχε
σκυμμένα λόγια

Έτσι
έκρυψα μέσα στα μποτάκια μου
το βλέμμα που σπάραζε στη
σκέψη μου την πύρινη
να χαλιναγωγήσω τη φωτιά -
αντικαταθλιπτική εποπτεία
τραγικού ιατρικού συνεδρίου
μ' ανία της άνοιας
και βλάβη
στον εκρηκτικό μηχανισμό
της αλήθειας και
της κουτσής καρέκλας με
τα γαλόνια
της αρετής των πανάρετων

Αντικατάθλιψης διαλέξεις
με ξενύχτισαν πολύ
και
πλάνεψαν την υστερία μου

Όμως σας λέω ξανά
σκύβουν τα λόγια

Κι εσύ που δε μ' άντεξες
με γειά σου και χαρά σου
Εγώ θα χορέψω
στην πορεία σου
Κι εσύ
που λάτρεψες τα χέρια μου
με πόση αρρώστεια
θα πίνω στην απουσία σου

Όταν σκουριάζει το όνειρο
σφαδάζουν τα παιδιά
Λούζομαι στον ιδρώτα μου
γιατί γνωρίζω -
η μέρα η καλή φαίνεται
με το πρώτο κλάμα
και την πρώτη αντίδραση
της επίτοκης γυναίκας

Μάνα, χρόνια σου πολλά