Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

άνευ


Όταν με συνέλαβαν
Εκείνο το άκαρπο πρωινό
Στην πλατεία των Ιδεών
Οι αναθυμιάσεις των Ωραίων
Ψιθύριζαν δροσιά Άνοιξης
Κι οι κρότου – λάμψης φθόνοι
Κατέρρεαν.

Στο μπαράκι του μυαλού μου
Η μοναξιά λέω
Είναι
Όταν γερνάς δόξα άσφαιρη
Με σαλιωμένες σελίδες
Από δάχτυλα
Βαμμένα νύχια ανίας
Γελοίων περιοδικών για
Κυράδες της υποταγής.
Στο άκομψό σου εκτός
Κάνουν κρότο οι θεοί
Και
Γελάνε παχνιασμένοι ξημέρωμα.
Να τρομάζεις όταν βροντούν.
Σε διαλύει η Φύση.
Αλλιώς
Μη χασκογελάς αλάνικα.
Σου στραβώνει η γραβάτα
Και χάνεις την αστραπή.