Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

έτσι είπαν..




















Κλεονίκη Καλλέργη - Ευαγγελία Πατεράκη

έτσι μίλησε με τα χείλη μου...

Στις συντεταγμένες
ταγμάτων θανάτου
έμαθα ν' αφοπλίζω με
ένα βλέμμα τη
διασπορά της
ακινησίας!
Χωρίς να πιω
νερό της λησμονιάς
εκπαιδεύτηκα στη
λήθη και ξέφυγα από
την αγκύλωση
ανοσιουργημάτων!
Λεύτερος πια
πετώ Υψιπετής
Χαλάω τώρα με
τις ρίμες μου ό,τι
συρματόπλεγμα
έπλεκες!
Λεύτερος με
σπασμένα
δεσμά και
ήπαρ νέο
καρπώνομαι
αυτό που
δίπλα στο
χρόνο
μου στέρησες:
Την ταύτισή μου με
τη νόηση της
δύναμης του
φωτός!
Εγώ
πλέον
φάος!

κι έτσι μίλησα με τα χείλη του...

Ήρθα άδοξος και
μόνος
Λαβωμένη γη
και άδεια φαρέτρα
Χέρια αγκαλιά
και μάτι θολό
Στο πρώτο "αχ"
κουρέλι τα μέλη μου
και μια ανεμώνα
Στο δεύτερο
μ' ορμήνεψε ο
θάνατος πως
να διαβώ τη ζωή
Αστείος ο πόνος
μαγκωμένος στα
τα δόντια μου
Χορός και
πυγμή -
βέλη πολέμου
ιερών και οσίων
Δεν κυνηγώ
πεταλούδες
είναι ταγμένες
στον έρωτα
Δεν κυνηγώ
έρωτα
είναι ταγμένος
στο θάνατο
Θάνατο δεν
κυνηγώ
δίνει ρεύμα στη
ζωή και
τη στεριώνει
Θυμάμαι και
απλώνομαι
όταν απλώνεται
ήλιος
Ξεχνώ και
μαζεύομαι
όταν μυρίσει
αίμα
Δε με βλέπουν -
αόρατος παραμονεύω
με αναμονή
στην ισορροπία
Δε με φιλούν -
φωτιά ανάβω -
καίγονται όσοι
ανήλιαγοι
Μόνο ο ήλιος
με πλαγιάζει
και μου στολίζεται
στο σκαμμένο δέρμα
με ρίγη θαλάσσης
Εγώ
φάος!

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Να τιμήσουμε τον Ήλιο μας!!!



αυτόν τον κόσμο έχτισαν άλλοι για ΄μας..
εμείς ας τον γκρεμίσουμε!
Αγάπη και Φως στις καρδιές μας να δώσουν παλμό
για Αγώνες δυναμικούς
να γιορτάσουμε Ελ εύ θεροι τον Ήλιο που γεννάται
στις κορφές των βουνών των συμπάντων!..



Δυναμικά

είμαστε Άνθρωποι!
Κι Έλ  ληνες!

Ως πότε;;;

Μέχρι πότε;




Μέχρι που;;;







Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

ηλεκτροφόρα καλώδια οι μέρες της ζωής μου

Θ’ ακούσεις τη
μέρα μου..
που τρίζουν τα 
δόντια
με σφιγμένες αισθήσεις
ενώ τα δάχτυλα
αρνούνται τα χάδια
κι οι
χορδές αδειάζουν
και
σπάνε οι νότες
στο γυμνό πάτωμα
Θ' ακούσεις τη
μέρα μου
κι ίσως τρομάξεις
μ'
αδυνατούν να
μιλήσουν τα πόδια
Θα ήθελαν να πατήσουν
στα θρύψαλα
Να ματώσουν
Μ’ αδυνατούν
Και παγώνουν
Ακινητοποιούνται
οι θέλησες
δαγκώνω το θεριό
της ανυπακοής

Με τεντωμένους μυς
δαγκώνω τις χορδές -
βιολί και ρίγος
Παίρνουν και γέρνουν
τα χέρια μου –
σα δειλινά
στα όνειρα της
ζωής μου
Κάτω οι
στέγες καπνίζουν
χειμώνα
Δεν έχω φωνή ν’
ακουστεί
Δάκρυ πολύ
και τσούζουν τα
μάτια

Θ' ακούσεις τη
μέρα μου..
Λυσσομανώ να
τρίψω την όραση
να ζεσταθεί η
πυγμή
τα δάχτυλα να
μπορούν να
χαϊδέψουν ξανά
Λυσσομανώ
να πατήσω πάνω
στις σπασμένες
νότες
να ματώσουν τα πέλματα..
Δεν αστράφτει. Χιονίζει
Χάνω ίχνη
Τυφλός είμαι
δίχως πυξίδα

Κι εσύ..
Δεν είσαι -!-
Δεν υπάρχεις -!-
Αλάργεψες..
Κι έχω σιωπή
που τρομάζει
τους ίσκιους
όταν φιλά το δειλινό
όπως φιλούσες
εσύ εμένα
τότε
στο σύθαμπο
των βημάτων μου..

Κι η καληνύχτα
πλάγιασε ειρωνικά
στο πάτωμα που
σκόνες και θρύψαλα
Νωθρή εταίρα - νύχτα
διχοτόμηση του
κορμιού μου
Άγγιγμα ηλεκτροφόρου
σύρματος
να καούν
τα νήματα
με το προηγούμενο
της μέρας μου
στο υπαρκτό σαράκι
των παλμών μου

Το ξέρω τρομάζεις
μα
δαγκώνω με πείσμα
και τα δάχτυλα
Τρελαίνει ο πόνος
Παρότρυνση να
φτάσω στους τένοντες
Σεντόνια ξεδιπλώνονται
με αίμα πηχτό
Πόσος καιρός θεέ μου
έχει περάσει -!-
Απόδραση μνήμης
Η απόδραση του αιώνα
Όλα εδώ καταγράφονται -
χιόνι και αίμα
Καληνύχτα και ΄γω –
δορυφόρος της σιωπής
και του μαύρου
Δαγκώνω το μαύρο
να τρέξει η ζέστη
Και μαχαιρώνομαι
στο πρώτο άγγιγμα
με το πάτωμά μου
Πριν απ’ τον ήχο
τρίζουν οι νότες
«Πάρε μας» μίλησαν
Κι ο ήχος -!-..
Μετά η γλώσσα
αγγίζει φιλί

Μετά ο θάνατος
οργιάζει με
τον έρωτα
Μετά το βράδυ μου
ραπίζει τη μέρα
Στερεώνω στο πάτωμα
τα χέρια –
οι παλάμες ανοιχτές
χύνονται οι βροχές
από τ’ αμπάρι
των ονείρων μου
Διεισδύουν
στη μυστική κρύπτη
των χορδών
Το βιολί κουρδίζεται
κι αποκτά νόημα

Κι  ό, τι έχει σημασία
απ’ τη μέρα που άκουσες
είναι που δόθηκε
στης νύχτας το κορμί
αφήνοντας το φόβο της
να δραπετεύσει
Και τις συνήθειες
να γίνουν χαλί
πάνω στο πάτωμα
με τις νότες
που κυλίστηκαν οι
ορμές
Κι όλα τ’ άλλα
μηδενικά και τεράστια
Κι εγώ, στο
πάτωμα
με το πάτωμα…
Αγκαλιά..  
Κι αν τρομάξεις
είναι που
δε σε δέχτηκες ακόμη
ή
και ποτέ..
στα ηλεκτροφόρα καλώδια
που είναι οι μέρες μας..

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

στα κιτρινα φωτα μενουν οι στιγμες






Νέα γραφή κειμένου
μ' εξώφυλλο
την παρακμή
που γατζώθηκε
απ' τους μηρούς
των κοριτσιών
χαμένη
στους δρόμους
μιας πόλης
πρόστυχα
ξαπλωμένης ανάσκελα
στη λεηλασία
του βοριά

Υποπτεύομαι
φλεγμονές στα μάτια
και σφαγές
νηπίων ημερών

Σ' όλες τις πτώσεις
λοιπόν
καρφιτσώνω τον έρωτα
Στη δοτική
μόνο
στερεώνω παράθυρο
στη θάλασσα

Στην πρώτη πράξη
να γυρεύεις τον καπνό
Στην τελευταία
την ανάσα
Και στο χειροκρότημα
να γλυστρήσω
σε ράγες τρένου
Να σύρω το μυαλό μου
Να ουρλιάξω
το σφύριγμά του

Κι ενώ το ταξίδι
θα βρίσκεται σε εξέλιξη
να διαλύσω το κενό
απ' τα βράδια
που πρόδωσαν τ' όνομά μου

Κι αυτές τις νύχτες
που κατρακυλώ
στα βρώμικα στενά -
εκεί η ζωή

Κάπου
σε μεθύσι
οι ανάσες
εγείρουν την ακοή μου
τις άλλες αισθήσεις
πάλλουν
και το κορίτσι
με το τριαντάφυλλο στο στόμα
ανάβει το τσιγάρο μου -
φουγάρο τρένου
για το ταξίδι
στη νιοστή των πράξεων

Κι όσοι ανώνυμοι
σχολίων αιρετικών
ή
σε επιστροφή κειμένων -
οι κραυγές δε διαγράφονται
των οργασμών
Κι εκεί
τα λόγια είναι αληθινά
και τα κλάματα
ακέραια
Και είναι
που πιστεύουμε
στους συχνάζοντες
στις πορείες
εκεί
που κατοικεί μόνιμα
η θυσία

Γι' αυτό
σου γράφω
δραπετεύουμε -
σε χρόνο ενεστώτα
στον πρώτο του πληθυντικού καημό -

Κι ας γέμισε η πόλη φλεγμονές
υπάρχουν στιγμές
που δε χάνονται

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

η ώρα των Ελλήνων -!-






Λεωφόρος
Βροχή
Ρέμα γλώσσα
Ποτάμι κραυγή
Χέρι χέρι –
Εγώ κι εσύ που
Λείπεις
Μάτια φωτιά
Καπνός το όραμα
Περιπολώ συνοδεία
Σπασμένα κοντάρια
Χέρια οργή
Το κράτος
Δρόμος
Πριν, φυτού ζωή
Στη στιγμή
Πυγμή
Τελειωμένα λεωφορεία
Δε χωρά ο λαός
Που διψά στα
Πεζοδρόμια
Δε χωρά
Ο λαός
Που κοιμάται στο δρόμο
Ένα χαρτόκουτο κορμί
Βάρκες παπούτσια
Αμπογιάτιστες συνήθειες
Θέλησα να οργώσω
Ξυπόλητος
Να πάρω χώμα
Χρώμα της φύσης
Με τα δάχτυλα
Ανταρσία
Να εκμηδενίζουν το
Πέλμα
Τσάρκες αλήτικες
Μέρες και νύχτες
Στους θορύβους
Που πολεμούν
Τα χαρτόκουτα
Των κορμιών
Των στεγνών
Σκέπη οστών
Όταν πυροβολείται
Η φωνή
Ο λαός
Δεν ξεχνά
Πένητας νους
Μειδιά
Και χλευάζει
Δίχως τρόμο
Αυθαδιάζει
Κατάληψη αστέγων
Στις πέτρες και
Στα μάρμαρα
Στα δέντρα που
Χειμώνιασαν
Στ’ απόκτημα
Βιασμού
Βλέπω φωτιές
Ακούω ανάσες
Ακούω ανάσες
Βλέπω αίμα
Πόλη αίμα
Πολύ αίμα
Πουλιά που
Έμαθαν να
Κολυμπούν
Σε όλες τις
Εκφάνσεις
Κι αν μαύρες
Είναι πολλές
Κι όλο το κράτος
Μια λαοθάλασσα
Κάτω ο γύψος
Του γύπα τα
Νύχια
Κι η νύχτα
Υπνοβατεί
Άλογα κράτος
Πατρίδα αναμμένη
Και
Λύχνος καιόμενος
Βροντή
Απόψε, μάτια μου
Η Ελλάδα
Βρυχήθηκε

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

μιλάω φωτιά





«Είσαι θεριό;»
Έχω  ταχθεί άνθρωπος.
Λοχίτης ιερός
στέρεος και
όπτης
Δε θα ΄θελα να ΄μουν
Είμαι και είμαι
Δε θα ΄θελα να ΄ταν
Είναι και είναι
Σύρμα χαμόγελό σου
Φιλί αγκάθι
Τι κοιτάς;
Τσίγκινο βλέμμα
Που στάζει ό,τι
Σημαδεύεις με
Υπνοβάτη –
Χωρίς ντροπή
Πετονιά το μυαλό σου
Κι η φωνή σου
Μαχαίρια
Μαχαιριά τα χέρια μου
Με πετάς
Με ρωτάς
Νομίζεις…
Αφρίζεις
Άφριζε θάλασσά μου
Να οργώσω το κορμί σου
Μόνο εσύ
Κι εγώ
Δαχτυλιές
Πλανώδιες
Μαύρες
Στο θίασο
Που ξέχασε
Ν΄ ακολουθήσει
Τους αιώνες
Μιλάω φωτιά
Κι αγκαλιάζω
Φωτιά ρεεεεεεεε!!!!!
Σου καίω τις απορίες
Τα χαρτιά της
Οχύρωσης
Κι ό,τι σου δίνει
Καρέκλα με
Πλάτη
«Είσαι θεριό;»
Σκίζω τη νύχτα
Ερωμένη και
Κατάρα μου
Άρατε πύλες
Των γκρεμών -!-
Έχω ν’ αδειάσω
Στους γκρεμούς
Το αίμα
Της κραυγής μου
Έχω να γεννήσω ρεεεε!!
Να σε γεννήσω
Να δράσω δράση
Μέρμηγκα
Έχω ταχθεί άνθρωπος
Πρόσωπο ανδρός
Κορμί του
Στ’ ατίθασο άλογο
Ακόντιο μάτι
Σαϊτιές γερακιού ματιές
Τι -;-
Ποιόν ακολουθείς -;-
Για ποιόν κλείνεις
Τα μάτια –
Παράθυρα μάτια σου
Σύρματα
Σύρματα
Περιφραγμένα μνήματα
Είσαι
Να σπάσω
Τα κάγκελα
Των τάφων σου
Σε σπάω ρεεεεε!!!
Υμένας ένας ακόμα
Του κράτους σου
Σου σπάω το κράτος
Κι αφού
Δεν έχω λέξεις
Δεν έχω
Τοίχους
Δεν έχω ντροπή
Μόνο
Εκτροπή
Μόνο εκτροπή
Κι επιστροφή
Στον έρωτα
Που σκλάβωσες
τον έρωτα που
Σε δίδαξαν
Κι απολιθωμένος έγινες
Κι απολιθωμένη διάβηκες
Το σύντομο βίο
Μ’ απολιθώματα ερωτήσεις
Πονηρίας
Κι
Ερημιάς σου
Τάχθηκα άνθρωπος
Κι εκτρέπομαι
Δίχως να
Παρεκτρέπομαι
Αεί αγωνίζεσθαι
Στα χείλη
Των γκρεμών
Να κατακτήσω
Το βάθος
Το αήττητο
Της αγέρωχης
Δίψας
Της ανάσας τους..

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

η Μεγίστη Πορεία




Μεταλαμβάνω
Την αμβροσία
Του αγώνα μου
Αφού
Μελέτησα πολύ
Τις γραμμές
Των χεριών μου
Μέτρησα το
Ύψος μου
Το ύφος μου
Κι έλαβα
Την Κοινωνία
Του Ανά
Της γέννησής μου
Τιμώντας τα
Σκαμμένα
Μάτια μου
Στο κύμα
Των δειλινών μου
Και σκάβω
Με βροντές
Αγριμιού
Ν’ ανοίξω οδούς
Επανεκτιμώντας
Το ακοίμητο
Του δικαίου και
Σοφού
Πανόπτη
Που χωρεί
Εις όλα
Τα πτυχώματα
Εισχωρεί
Στα χαράγματα
Των χρόνων μου
Και μεθώ
Δίχως αλκοόλ
Δίχως φυτό
Καπνίζοντας
Μεθώ τρελά
Κι αμέτρητα
Βάλλοντας προ
Των τελειωμένων
Γεγονότων
Σαϊτεύοντας
Γυρεύω
Συνοδοιπόρους
Ορώντας
Το βάθος
Των δυο
Θυγατέρων
Των ματιών τους
Μόνιμους
Μαχητές να έχω
Με  συν
Τεχνηέντως
Να γκρεμίσουμε
Φελλούς
Που ρίζωσαν
Σε θρόνους
Με κρανία
Σκλάβων τους
Καμωμένους
Να γκρεμίσουμε
Και να χτίσουμε
Θεμελιώνοντας
Και χρίζοντας
Την πυγμή
Υπέρ των πάντων
Ανεκτίμητο
Θησαυρό
Των εποχών
Σμιλευτών
Του αλλεπάλληλου
Των ζωών μας..
Τιμώ Σε
Πανόπτη μου
Με όλους τους
Αέρηδες
Της όρασής σου
Κι αν
Σταματήσει η
Ανάσα μου
Να συνεχίζουν
Οι ανακαλύψεις μου
Με ποιήσεις κρίκων
Πολλών στην άλυσο
Που ορίζει
Τις όλες
Τις σαρκώσεις μου
Μέχρι το άγγιγμα
Του αστεριού σου..

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

πεθαίνει σήμερα





















Σήμερα
Πεθαίνει -!-
Αύριο
Πεθαίνει -;-
Ερωτώμαι  δια
Των γεγονότων
Μέσα από γραπτές
Σημειώσεις
Και κινήματα
Ό,τι κράτησε
Και κράτησε
Επί της
Μνήμης –
Πορείες και
Βροντές
Με το δάχτυλο
Στη
Σκανδάλη
Και πίσω
Από
Τους κρότους
Στις
Θαμπές μέρες
Που
Επιτήδεια
Θαμπώθηκαν
Επιτήδεια
Κάλυψαν με
Πάχνη
Ποιοι -;-
Κάποιοι
Εκείνοι των
Νημάτων που
Κινούν
Τις μέρες
Μη γνωρίσω
Μη δω
Και
Φρίξω
Από τα 
ύπουλά τους –
Σκοτεινές
Διεργασίες
Που πίνουν
Αίμα
Να ζουν
Τεμαχίζοντας
Αλυσίδες και
Συνέχειες γεγονότων
Να γνωρίσω
Τους αληθείς
Της αλήθειας
Τεκταινόμενα
Και λένε
Κρυφός

Κι απορώ
Γιατί αισθάνομαι
Γιατί γνωρίζω –
Κρυφός
Σημαίνει
Δόλιος
Τι -;-
Πως αλλιώς -;-
Στη φύση
Που απλώνει
Και ξεδιπλώνει
Ξεδιπλώνεται
Γύρω
Και ενώπιον
Δίχως φραγμούς
Γεννά η φύση
Κι ομιλεί
Και τώρα
Βλέπω
Κάτω από τσιμέντα –
Ηχορύπανση
Να καλυφθεί η
Φωνή της –
Ηχορύπανση
Στα
Αυτιά μου –
Σκοπίμως
Πυροδοτούμενη
Να μη μπορώ
Να συλλαβίζω
Το νερό
Που τρέχει
Στο πάντα
Να μη μάθω
Το πάντα
Να μη δω
Το ποτέ
Κι όπου τα
Βρω –
Παγκάκια στους
Δρόμους -
Να τρομάξω
Και
Πανικόβλητος
Να κλειστώ
Στον τάφο
Της αμάθειας
Λησμόνησα -!-
Το κέρας της
Αμάλθειας
Λησμόνησα
Και
Τη χρήση μου
Λησμόνησα
Λησμονούσα
Γιατί
Τους γλίστρησα –
Η φύση
Αιμορραγεί
Κι ακολούθησα
Την οσμή της
Γλύφοντας
Τα πέλματά της
Που στάζουν
Πληγή

Συννεφιασμένε μου
Ουρανέ
Βρέξε
Να βρω
Φιλί -!-
Ν’ αγγίξω
Γιορτή -!-
Άδολη θέση
Του συν
Της πηγής
Δημιουργίας
Και άλλων
Στο αφανέρωτο
Των αιώνων -!-..
Κι όταν
Τη σκανδάλη
Κι όταν τραβήξω
Μην αστοχήσω
Από μαρασμού
Την άγνοια
Να βρω το
Στόχο
Να μη προσκυνήσω
Να γονατίσω
Τις πόρτες τους
Τις ατσάλινες –
Κλειδωμένα που
Κρατούν
Κι επικρατούν
Που κρατούν
Μυστικά
Τα δώρα
Που τάχθηκαν
Δικά μου
και
Δικά σου..