Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

η Μεγίστη Πορεία




Μεταλαμβάνω
Την αμβροσία
Του αγώνα μου
Αφού
Μελέτησα πολύ
Τις γραμμές
Των χεριών μου
Μέτρησα το
Ύψος μου
Το ύφος μου
Κι έλαβα
Την Κοινωνία
Του Ανά
Της γέννησής μου
Τιμώντας τα
Σκαμμένα
Μάτια μου
Στο κύμα
Των δειλινών μου
Και σκάβω
Με βροντές
Αγριμιού
Ν’ ανοίξω οδούς
Επανεκτιμώντας
Το ακοίμητο
Του δικαίου και
Σοφού
Πανόπτη
Που χωρεί
Εις όλα
Τα πτυχώματα
Εισχωρεί
Στα χαράγματα
Των χρόνων μου
Και μεθώ
Δίχως αλκοόλ
Δίχως φυτό
Καπνίζοντας
Μεθώ τρελά
Κι αμέτρητα
Βάλλοντας προ
Των τελειωμένων
Γεγονότων
Σαϊτεύοντας
Γυρεύω
Συνοδοιπόρους
Ορώντας
Το βάθος
Των δυο
Θυγατέρων
Των ματιών τους
Μόνιμους
Μαχητές να έχω
Με  συν
Τεχνηέντως
Να γκρεμίσουμε
Φελλούς
Που ρίζωσαν
Σε θρόνους
Με κρανία
Σκλάβων τους
Καμωμένους
Να γκρεμίσουμε
Και να χτίσουμε
Θεμελιώνοντας
Και χρίζοντας
Την πυγμή
Υπέρ των πάντων
Ανεκτίμητο
Θησαυρό
Των εποχών
Σμιλευτών
Του αλλεπάλληλου
Των ζωών μας..
Τιμώ Σε
Πανόπτη μου
Με όλους τους
Αέρηδες
Της όρασής σου
Κι αν
Σταματήσει η
Ανάσα μου
Να συνεχίζουν
Οι ανακαλύψεις μου
Με ποιήσεις κρίκων
Πολλών στην άλυσο
Που ορίζει
Τις όλες
Τις σαρκώσεις μου
Μέχρι το άγγιγμα
Του αστεριού σου..