Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

τα παπούτσια σας





















Κάθε μέρα
γυαλίζω τα παπούτσια σας
στον αχυρώνα με
τα παράπονά σας

Γυαλίζω τα παπούτσια σας
προσεχτικά
μη μου χυθεί το χρώμα
και μου φανείτε άλλοι

Αιώνες πάνε
που η ασχολία μου
έγινε κομμάτι του
εαυτού μου -
συνήθεια με παρανόηση
ενώ η νόηση
κλειδώθηκε
στο πατάρι με
τις αμαρτίες μας

Κάθε μέρα
πτωχοί μου συγγενείς
ξελασπώνω την
ομορφιά σας
γυαλίζω τα παπούτσια σας
τόσο που είστε περήφανοι -!-..
και χαριτωμένοι
στα αστεία σας  -!-..
και
με τι καλωσύνη
μου λέτε καληνύχτα -!-...
εγώ σας σκέφτομαι..

Κι έχω αδειάσει μπουκάλια
και μπουκαλάκια
χρώμα στα
πατούμενά σας

Κι όταν κουράζονται τα χέρια
ή, τέλος πάντων νυχτώνομαι
κουλουριάζομαι στο
σωρό των παπουτσιών σας
των πανάκριβων και μοναδικών -
μόνο εσείς τα φοράτε -
ίδια άλλος δεν έχει -
κουλουριάζομαι στο σωρό
και υπνωτίζομαι με
τη μυρωδιά σας
να θυμάμαι
να σας φέρνω το γάλα σας
πριν ξυπνήσετε -
Δίπλα σας
στο κομοδίνο σας -
έτσι
που τόσα γάλατα που μαζεύτηκαν
άφθονη τροφή
να έχετε
να καυτηριάζετε
τη λυσσαλέα αγάπη σας
για ΄με

Μη λησμονήσετε μονάχα
ότι κοιμάμαι στο σωρό
των παπουτσιών σας -
στο γνωστό κοιμητήρι
των απορημένων σας βλεμμάτων -
δεν μας έμοιασε τούτο το παιδί -

Μη λησμονήσετε, αφού
και ουκ ολίγες φορές
πατήσατε στο σωρό
εκεί στο αχυρώνα
με τα παράπονά σας
και χάσαμε τους ύπνους μας
κι εσείς και το φάντασμά μου
που φάντασμα έγινα
για να περνάω μέσα από τοίχους
και να οσμίζομαι
την κάθε ανάσα σας..

Και σήμερα σκέφτομαι
να χαϊδέψω την αγκαλιά μου
και ΄σεις..
να ταξιδέψτε για πάντα

Γιατί βράδιασε πια πολύ
και γερνούν -
πρόωρα, δηλαδή,
γέρασαν τα μάτια μου
κι οφείλω και μια αγκαλιά
στην καρδιά μου..