Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

η σάκα















Παρεμπιπτόντως
απόψε
με ξύπνησαν οι τύψεις -
ούτε ένα σύνθημα ποτέ
δεν είχα γράψει
στην τσάντα μου τη σχολική..


Την ξαναβρήκα
κάτω από κουρέλια χρόνων
που τη νύσταζαν επιεικώς..

Τα ρήματα
την ξεχείλιζαν άτακτα
και θλιβερά
και τ' αξιώματα
μιας άλγεβρας διψασμένης
ν' ακουμπήσει
σ' ένα πλατύ μυαλό -
ετοιμόγεννη την έκαναν
γυναίκα ανύπανδρη και διωγμένη..

"Να την ξεσκονίσω τουλάχιστον
να μπορέσει να με δει" σκέφτηκα

Την άδειασα
και κρεμάστηκαν
οι φωνές των δασκάλων μου

Κρεμάστηκαν στο λαιμό
οι παραβολές, οι μύθοι,
οι ασύμπτωτες, οι συντεταγμένες,
όλες οι παραλήγουσες,
οι λήγουσες,
η αχρεία γραφή μου
με το μηδενικό της
όταν τελείωνα τη θητεία μου -
μηδενικό κόκκινο
για να ντραπώ και, τότε να
πνιγώ -
δεν πνίγηκα
γιατί ΄χα συνηθίσει τη βροχή..


Και τώρα,
μετά από χρόνια πολλά
με όλο το βάρος
μιας σάκας σχολικής
κι όχι τυχαίας -
μ' όλο το άχρηστο
βάρος στο λαιμό -
πέφτω στη θάλασσα
του Φαλήρου για να πνιγώ
που δεν κατάφερα
τόσα χρόνια
ένα σύνθημα να γράψω
ενώ τα ρήματα
με τις προσταγές
ασέλγησαν στ' όνειρό μου..

Κι είναι
που μ' ακύρωσαν
όταν διάβαζα το σκοτάδι
και τις μέρες
έσπαγα τις μάσκες
των φιλήσυχων πολιτών..