Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

"...σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος..."

















Ένα πολυσύχναστο ρεμάλι
είμαι
με ώρες
κατά το ύστερον -
ελλειμματικές

Στου περίπλου μου
το κενό
στρίμωξα
ωρολόγια τοίχου
μαζί με
τραπεζάκια καφενείου -
εκεί που
οι άντρες επιδεικνύουν
τα παντελόνια τους
κουνώντας στις
γροθιές τους
ζάρια και βρισιές
βρισιές και πέος
αφού
κατέβασαν ρολά
στις ανάσες τους

Κι εκεί
με βρήκες με
το στιλέτο να
ακονίζω
στο δέρμα μου -
πρόλογο
του ταξιδιού μου

Απαξιώνω
τις λέξεις σου
γραμμένες με μελάνι
στο λευκό σου χαρτί -
αν στάξει ένα
δάκρυ μου πάνω τους
οι λέξεις σου
απλώνονται
μέχρι που δεν
αναγνωρίζονται -
απρόσωπες
εκπροσωπούν
τις αισθήσεις σου

Κερνάω κονιάκ
επτά αστεριών -
αποσιωπητικά
της ηθικής σου -

Έμαθα να ζω
κοιτάζοντας τοίχους
φθαρμένους τοίχους
με γηγενείς ζωγραφιές -
μια ακόμη φθορά τους
και μια άλλη ζωγραφιά
ποιότητας ανένδοτης
στις αποφάσεις μου
ν' ακολουθήσω
αχνάρια Τέχνης

Κρατώ το δίσκο
με τ' άγιά μου -
ένα
ποτήρι νερό με παγάκια
και το ξυπνητήρι μου -
να εξυμνώ τις μέρες μου
δροσίζοντας
ερήμους

Μιλάς ανένταχτη -
επιμένω να λέω
ανένταχτος
τονίζοντας την κατάληξη -
Χωρίζει πολλάκις
η κατάληξη -
κι αποστασιοποιείσαι
με βότσαλα και
θάλασσες
που πρώτη φορά είδες
αλλά
δεν αρμυρίστηκες -
φοβήθηκες το κύμα -
και συνέχισες να
μπουσουλάς
με την πιπίλα στο στόμα
την ώρα που εγώ
σημαδεύω το ποτήρι μου
με στραγάλια
και φυστίκια Αιγίνης

Κι έτσι ρεμάλι
καθώς είμαι
και μέγας αλήτης
δίχως να υποκλιθώ
και σφυρίζοντας
γι' αποχαιρετισμό
υψώνομαι στο τετράγωνο
και φεύγω
έτσι απλά, όπως ήρθα

Στα υστερόγραφα
αρπάζουν τα
φύλλα σου φωτιά
με ήχους κρεμασμένους
από τα χείλη μου που
δεν αρνήθηκαν
παρά μονάχα
φίλησαν
με τη γλώσσα να
εξέχει αυθάδικα
στο ατσαλάκωτο
εγώ σου..
.......
Έτσι έφυγα
κι εσύ
πίσω να
τηλεφωνείς
δίχως να σκεφτείς
το απόρρητο
της φυγής μου..

αφιερωμένο στην .... Αλεξάνδρεια
και στην Κλεονίκη Καλλέργη