Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

η αυτοχειρία της μελωδίας

















Το βιολί ερωτεύεται
τον ποιητή
κι εκείνος κερδίζει
το κέντρο της νύχτας
στου βρώμικου δρόμου
το μεθυσμένο μυαλό

Χορεύει
στην κουπαστή
αόρατου πλοίου
και δες-!- πετάει
στα νέφη

Νύχτα
με δοξάρι μαχαίρι
σκίζω χορδές -
τις φλέβες του καρπού μου -
στα νέφη
κι εγώ
να βρεθώ

Αριστερά οι αγκαλιές
στη μέση τα σπλάχνα -
κύματα πελαγινά -
Στην πλάτη
καρφιά
απ' τους φίλους
της απέναντι πόρτας

Οι άλλοι
ξεχάστηκαν
στο δίπλα της γιορτής
καθώς μιλούσαν με ΄μένα
στα θεμέλια του βάθρου μου
Μ' αφήνουν μ' αρμύρα
και σιωπή

Κι εσύ
λείπεις
και λέω
είσαι παντού

Γι' αυτό
κατασπαράζομαι -
πεθαίνοντας από πείνα

Με μια νεκρή σύνθεση νου
στο περιβάλλον
τ' αυστηρό
της αντιζηλίας
αντίο
λέω
κι έρχομαι
κι ας μου ΄κλεψαν τους στίχους
Στο βλέμμα μου
δεν έχουν λυτρωμό