Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

"Ο Δραπέτης"




















..."Όταν με τις σκέψεις μπλέκονται θεριά αφρισμένα, ξεμοναχιάζεται η ψυχή κι αναπηδά απ’ το σκοτάδι της το φεγγάρι ζαλισμένο. Τότε τρεκλίζοντας ανάμεσα στις σκοτεινιές τραγουδώ κυματιστά στα στενοσόκκακα του κόσμου προσπαθώντας η φωνή μου να τρυπώσει μέχρι μέσα στις μερμηγκοφωλιές ή, πέρα στο πλατύ το πέλαγο, να συρθεί πάνω στα νερά και μουσκεμένη να φτάσει σ’ ένα παλιό ναυάγιο. Ή, ν’ ανηφορίσει στα πάνω πάνω σαν τη περικοκλάδα και να κυλήσει στα γιγάντια αυτιά του Θεού. Τότε μπορεί από μια στείρα καρδιά να γεννηθεί η ελπίδα και ν’ αυγατέψει ο χρόνος στο πλατύ χαμόγελο του δειλινού. Και τότε βέβαια, στον ουρανό θα χυθούν ανάκατα οι νερομπογιές και θα βρεθεί ένα νόημα στην ύπαρξή του. Γιατί, είναι τραγική η ύπαρξη του “απέραντου” χωρίς ένα τουλάχιστον χρώμα στα μάτια του “μικρού”.

Μ’ ένα ξέφρενο χορό οι σκιές, σκιά κι’ εγώ, θ’ ανταμώσουμε μπροστά στην πύλη του Άδη, τότε που ο σκύλος – φύλακας θα έχει πια γεράσει και με νωθρό βλέμμα θα ζητιανεύει ένα κόκκαλο απ’ τον απάνω κόσμο. Και τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας θα κατοχυρωθεί επίσημα η ανάσταση, αφού μια μια οι ψυχές θα ξεσκαλώσουν απ’ τις κούρνιες τους για να φτερουγίσουν μαζί μας σ’ αυτό το μεγάλο ανείπωτο ταξίδι που τελειωμό δεν έχει.

Φόρεσα τη μάσκα μου. Τα μαλλιά μου χύνονταν στους ώμους. Το λευκό σεντόνι που ήμουν τυλιγμένος είχε που και που στάλες αίμα. Η μάσκα κέρινη μιλούσε στη γης. Κάτω απ’ τη μάσκα το πρόσωπό μου αγριεμένο κραύγαζε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι προβολείς δημιουργούσαν μια ανυπόφορη ζέστη. Όμως η διπλοπροσωπία μου ξεγελούσε. Κι έμενα εκεί, πιστός στο ρόλο μου. Να μαζεύω τα στάχυα απ’ τις κεντημένες ποδιές των χωραφιών με το δρεπάνι μου κι ύστερα το βραδάκι να στρώνω το τραπέζι για το φτωχικό δείπνο. Ένα κορίτσι θα ξεχάσει μια παπαρούνα στο παράθυρό μου. Το γεράκι θα ζυγιάσει ξανά τα φτερά του, τελευταία φορά για σήμερα. Και η κραυγή της κουκουβάγιας θ’ αναμειχτεί με το σουσούρισμα των ζώων που ηρεμούν σε κάποια απέναντι πλαγιά. Κάπου όμως μέσα στο βάθος του κορμιού μου δυο γέροντες πάλευαν δίχως σταματημό. Ο Θεός με το διάβολο πάλευαν, οι αιώνιοι αντίπαλοι μέσα στην αντιπαλότητα των πάντων. Ισοδύναμοι μονομάχοι που τυραννούν το κορμί μου. Κι εγώ, ο μοναδικός θεατής αυτής της γιγαντομαχίας, χωρίς χειροκροτήματα, δίχως εκφράσεις έντασης και αγωνίας για το αποτέλεσμα, γνώριζα ότι ο αγώνας θα είναι ισόπαλος, η ζυγαριά δε θα γείρει ποτέ. Έτσι μόνο η γης θα βρίσκεται πάντα αντίκρυ στον ουρανό κι ο ουρανός πάντα αντίκρυ στη γης και οι χελώνες κάθε άνοιξη θα ξυπνούν και όλα θα τρέχουν αιώνια στην αόρατη κυκλική περιφέρεια. Κι εγώ έτρεχα, τρέχω κι ακόμα και νεκρός θα τρέχω, ατενίζοντας πολλές φορές πέρα μακριά το κέντρο της, πετώντας με τη ματιά μου πάνω από μια καστανή κοτσίδα κοριτσιού που ανέμελα απλώθηκε για να σχηματίσει την ακτίνα που θα ενώνει πάντα την κυκλική περιφέρεια με το άγνωστο κέντρο και να μεταδίνεται έτσι πάντα το αγκομαχητό, ο πόνος κι η χαρά στην υπέρτατη καρδιά.

Τσαλαβουτούν οι σκέψεις μου στα αρσενικά λαχανιάσματα πίσω απ’ τις ξύλινες πόρτες. Αισθάνομαι μια ακίδα να σέρνεται βαριά πάνω στις φλέβες μου. Το άσπρο σεντόνι που μ’ έντυσαν δεν έχει τώρα στάλες μόνο αίμα. Έχει χείμαρρους κατακόκκινο αίμα, αίμα ζεστό. Αίμα ζώου που θυσίασαν στον άγνωστο θεό. Το ζώο που πάντα σπαρταρά στα όνειρα όλων για να μεταφέρει με τη θυσία του απο τη μια μεριά στην άλλη την παράκληση και ταυτόχρονα τη συγχώρεση.

Ποιός είπε ότι ο θρήνος δεν άρχισε ακόμη; Όλα είναι προκατασκευασμένα. Κι η βροχή κι η πασχαλιά που μοσχομυρίζει στις γειτονιές. Ως, κι εκείνο το κάρο που σέρνουν γερόντια τσακισμένα και μυρίζει σάπιο κρέας. Ό,τι βλέπουμε, ό,τι γευόμαστε, ό,τι ακούμε κι αγγίζουμε, ό,τι νιώθουμε υπάρχει πριν από ΄μας για ΄μας. Έρχεται τρέχοντας να μας προλάβει και, πάντα μας προλαβαίνει τη σωστή στιγμή, άγνωστο από πού, άγνωστο από πότε κι έτσι δημιουργείται η ύπαρξή μας κι έτσι αποτυπώνονται οι πατημασιές μας πάνω στις χωμάτινες σελίδες της ιστορίας και το πέρασμα μας απ’ αυτήν παίρνει σάρκα και οστά και γίνεται πραγματικό. Όλα τρέχουν σαν το φως για να μας δώσουν ανάσα και καρδιοχτύπι με την παρουσία τους όταν ήδη είναι μεστωμένα.

“-Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Πάρτε με μαζί σας ψαράδες. Θα ξεμπλέκω τα δίχτυα σας να είναι έτοιμα από πριν σουρουπώσει. Θα καθαρίζω την ψαρόβαρκα και με το πρώτο αστέρι που θα δω και με τον πρώτο κουρνιαχτό θα σας περιμένω. Με μια φυσαρμόνικα στο στόμα θα ξελογιάζω τις γοργόνες. Θα πλανεύω τα δελφίνια να σας κρατούν συντροφιά. Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Ότι αξίζει στη ζωή είναι μια αγάπη, μια χούφτα νότες και μια χύτρα που σιγοβράζει τον επιούσιο πάνω στη φωτιά που άναψε μια καλόκαρδη μάνα. Πάρτε με μαζί σας ψαράδες.”

Θέλω το νερό να μουσκεύει το κορμί μου. Θέλω η θαλασσινή αρμύρα να ηδονίζει τα ρουθούνια μου. Έτσι ανθίζουν οι σκέψεις μου. Έτσι αναπηδά η καρδιά μου και μπορώ να χορατεύω με τον άλλο μου εαυτό και να αντέχω τις ριπές του ανέμου που παρεμποδίζει το πονεμένο μου διάβα στον ανηφορικό δρόμο του γολγοθά μου."...


απόσπασμα από το ποιητικό μου αφήγημα

"Ο Δραπέτης" εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος