Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

το τελευταίο χτύπημα



Αγροίκος είμαι

που παραπαίω σε δρόμους
καχύποπτους
Με άπειρα στη νιοστή
καρδιοχτύπια
άξεστα
πρωτόγονου θηρευτή
Κι εσύ
τελευταίος τον λίθον βαλέτω-
έτσι κι αλλιώς
η χαριστική βολή
είναι αυτή που διώχνει
για πάντα
Για πάντα
θυμάσαι -;-
που έστελνα
τους ήχους μου
κι εσύ έτρεμες
πάνω στην αδυναμία
των άκρων σου
Εγώ ήμουν ένα ατίθασο
παιδί
ένας Άσωτος Υιός
κι αυτό
γιατί πάντα ανταγωνιζόμουν
το θάνατο και
τη φωτιά
και
όλο μούσκευα
τρέχοντας πίσω από
κάποιο τρένο
να προλάβω
έναν έρωτα
αξέχαστο
ή, ένα όνειρο -
έρωτα ασύλληπτο
Και πάντα
μέσα στα βράδια
η μάνα
τα χαλινάρια
μου φορούσε
και με κρατούσε
στο περιθώριο των στίχων
Και
πάντα έμβρυο...
κι εκείνη
κοιλοπονά αιώνια...
Και πάντα
εγώ
να κλωτσάω
κάποιους τοίχους
Να σκαρφαλώνω σε φράχτες
ν' αντιστέκομαι
στη σιωπή
Και τα μεγέθη
όλα
μεγάλα για μένα
Πέτα, λοιπόν,
την πέτρα τη χαριστική
εδώ
στο αλλιώτικο μυαλό μου
και Άντε Γειά