Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

δίχως τίτλους

τους τέλεψε η μαγεία, σ' ένα βαθύ νοτισμένο
φιλί / έτσι φτηνά. έτσι τιποτένια. σαν άνθρωπος δίχως πρόσωπο. μια
επιφάνεια λευκή. σελίδα άγραφη. μια εμπειρία από ΄κει. μια εκπλήρωση
ανάγκης τους- στιγμιαία. ναι -!- σαν καφές, που δεν ήπια ποτέ μου, ως
ανυπόκριτος σε όλες μου τις ζωές. όχι, συμφέρον. όχι, ψέμα. με δίχως
μάσκες, να χαράζω πορείες. να ανοίγω φτερά. να μη μοιράζομαι, αλλά να
δίνω το πάντα μου. να μάχομαι. πολεμιστής και κωπηλάτης. δε με χωρούν οι
τόποι. δε με χωρούν οι χρόνοι. δε με
κρατούν τα γήινα - πόσο τρομακτικές οι μάσκες των ανθρώπων -!- πόσο
τρομακτικά τα λόγια τους, τα όνειρά τους – εφιάλτες. Και πόσο όμορφα να
τα ψιθυρίζουν, όταν είναι να σου πάρουν..
ναι -!- δεν έχει τόπο εδώ,
ούτε και χρόνο. φιέστες άδειες, που λένε, ποιητικές οπτασίες. Έτσι,
λοιπόν, μαγικά ξεμπερδεύω. Μαγικά και μάγκικα, να τους αφήσω κάτι να
λένε. Να περνούν οι τρομαγμένοι δρόμοι τους, με τους φρικτούς ίσκιους –
βρυκόλακες – βαμπίρ και λιγοστό τους είναι…

κι όμως, ο Γιάννης ο φονιάς, φονιάς δεν ήταν. τον φάγανε μπαμπέσικα.