Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

αιμάτινη ιαχή



τότε που έπρεπε - το τώρα στο χέρι ∙ κλειδί χάλκινο, με
τέσσερεις ρόδες, και ουρανό χιλιομέτρων, σε απειρογώνιους ορίζοντες μ’
αιμάτινους θυρεούς  - να θυμίζουν
περίβλημα - εκείνο που πέρασε σε νυν της δίψας. με κινητήρα υπερκόσμιων τινάζω
ύψη, φουσκώνοντας ύψη στο στήθος, που δε λούφαξε σε βόλεμα επαιτικών φιλιών -
λεύτερος σε μυσταγωγική χορογραφία καταιγίδας, κι ανεξάντλητος μεταφυσικός -
φυσικός κι επίμονος ερευνητής, γι' αυτό δεινός δύτης σ' αινίγματα τούνελ, που
στηρίζονται οι περπατησιές.
κι ας αρουραίο, με λένε, που χάνομαι τις νύχτες - χαϊδεύω
και πάλλομαι σ' επτά συντριβές με τριβές και σπίθες, βυζαίνοντας ρώγες ατίθασες
που χλιμιντρίζουν Ιππολύτη. 
σαν ξημερώνει δε γονατίζω στο εννιά. το ερωτεύομαι κοιτώντας
το στα μάτια, κι αυτό μου μιλά μελωδικά - μια εξαϋλωμένη μελωδία, σαν κορίτσι υπαρκτά
φανταστικό (και μήπως φανταστικές δε μοιάζουν οι εκστάσεις -;-), που κάπνισε
λυγμό κάτω απ' το δέντρο που κρεμάστηκε ο δίδυμος θεός, κι αμαρτωλό αναμάρτητα
γδύθηκε με πόδια ανοιγμένα, με ουτοπικό παράστημα και μια αγκαλιά υπέρ των
πάντων, κρατώντας μαχαίρι, λοστό, και αίμα. πίνω το αίμα, μαχαιρώνομαι, κι
ελίσσομαι ανάμεσα. μια ρεματιά ορμών ο θεός, που κρεμάστηκε. πνίγομαι και φεύγω
μένοντας σε παντού – ανίατος ιππέας – και ιππεύομαι με κινητήρα ορμής, κι εσωτερικής
ερωτικότητας, με μια Ηώ, μια Ιππολύτη, με Ζώνη κύκνειας προστυχιάς στην αυγινή κραυγή των μυστών.