Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

η απροσκύνητη

Εκείνο που με εξοργίζει πιότερο
είναι που και στην Πτώση
φοράς παπούτσια με ροδάκια οβολούς -
χρυσούς απ' τις βιτρίνες κοσμικών θιάσων -
σέρνοντας μαζί σου το λιγούρη μαέστρο, και
τη μαστρωπό Τέχνης με τα ξυλοπόδαρα της δόξας.

Ύστερα η Ποίηση είναι η μόνη επιβάτις του Χρόνου
σε βαγόνι καρβουνιάρικου -
ξεμαλιάρα και τουφεκισμένη,
ρακένδυτη και βιασμένη -
να φανταστείς αρνήθηκε τις ακτινοβολίες,
κι ο καρκίνος τη μίσησε.
Της έχουν πέσει τα δόντια, και
μόνο ένα, που με πείσμα κράτησε,
σκάβει κενό - αγρότισσα
φυτεύει σπόρους αστεριών.

Φωτογραφίζω το Άπιαστο
Στις διαλέξεις σου παραπέεις.
Σφράγισε τα παράθυρά σου -!-
Φυσούν φωτιές οι βιασμένοι..