Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

τα παραμύθια μας
















Απήγγειλες το ποίημα - παραμύθι για αγρίους και όνειρα φθίνοντα στους καθρέφτες υδάτων ομβρίων σε παρεκλίνουσες πορείες αλκοολικών ημερών
Τι κάνεις-;- μου λες-;- γκρεμίζεις νομίζεις τις νύχτες και σβήνεις τ' αστέρια στο τασάκι με τ' αποτσίγαρα τα χτεσινά..πώς κοιμήθηκες μαζί τους-;- εγώ κουράστηκα να κοιμάμαι τα βράδια και βγαίνω παρέα με φωτοφοβικά κορίτσια που ιππεύουν τις κουπαστές με κούπες π' αδειάζουν και γεμίζουν διαρκώς στο τέρμα του ονείρου - Λόλες που μεγάλωσαν άξαφνα στων ωρών τις ψηλοτάκουνες τις γόβες και λησμόνησαν να γεννήσουν παιδιά και μόνο οι κάδοι των σκουπιδιών πλημμυρίζουν με τα αίματα απ' τις κομμένες τους ζωές κι ανεβοκατεβαίνουν κυλώντας στις σκάλες που στράγγιξε το φως την τερματική του ανάσα ανάμεσα σε μεθυσμένα χειροκροτήματα και χνώτα μπαγιάτικα και με κάτι ανάμεσα σ' αθανασία και κυνήγι φρικτών φρικιών μ' αποξηραμένα τριαντάφυλλα για μάτια κι ιδρώνω το λυράρη να τον κάνω αστέρι της σκηνής της μεγάλης με την αυλή στο άπειρο της ελπίδας κι ας στάζουν τους οίνους όλης της γης οι τσέπες της καρδιάς μου - εραστής μου γίνεται με τις άπειρες ερωμένες - αυτές που αδιαφόρησαν για τα βραβεία κι έγλυψαν καημούς κι εσύ κι ό,τι κι αν κάνεις κι αν νομίζεις θριάμβους πως στήνεις τα παραμύθια είναι χρήσιμα μόνο αν είναι αμαρτωλά κι εγώ κατρακυλώ στη λάμα της - στης αμαρτίας τη λάμα κατρακυλώ τη γλώσσα μου μ' απίστευτη γρηγοράδα κι αποδεικνύω όλα τα μεταφυσικά φαινόμενα πραγματικότης τρανταχτή στις οθόνες που ξερνούν ξεγύμνωμα ψυχής ενώ στο τέλος που αρχίζει ο νους να ταξιδεύει οι θεατές αδειάζουν τις βαλίτσες τους στα πόδια του πρωταγωνιστή μου που κρεμάστηκε για ν' ανατρέψει το νόμο της βαρύτητας και τότε έρχεται μια ανατολή απ' του νοτιά τα λημέρια μ' όλη την κλεφτουριά μαζί να πάρουν τα παιδιά που ξέχασαν να μεγαλώσουν - να πάρουν τη γιορτή με ανοιχτές και τις πέντε τις πύλες των αισθήσεων κι έτσι να γεννηθεί ο ΄Ερωτας στα λεία κορμιά τους..
Και ξέρεις αγάπη μου-;- τυφλώνουν οι απαγγελίες για πάντα.-