Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

ομηρικές παλίρροιες































Θα μπορούσα να σου πω "ξαναγύρισα"
αρχαίος ποταμός στα μάτια σου,
στην πλάτη με τις σαράντα μουσικές
των πνιγμένων μυστικών,
στα μαλλιά, που
θυμούνται οδύσσειες,
στο στραβό καπέλο, που
πάντα ξεχνάς να φοράς, και
σε πιάνουν τα κύματα
Μπορώ να πω "ήρθα"
στην ακοή σου που
διάβηκε τις ομηρικές παλίρροιες
να σκίσω τα νερά μου
στην παρόρμηση των ονείρων σου
Μια πέτρα
στο άγγιγμα της πέτρας,
ο κλειδωμένος τόμος,
η κλειδαριά των σελίδων,
το κλειδί στο κελάρι του φόβου σου.
Στιγμιότυπα χιλιάδες "ξαναγύρισα-!-"
στην έκταση του στήθους σου
με το ακατοίκητο στρατόπεδο
απέναντι απ' το τρένο της γραμμής.
Στα μαύρα μου ύδατα
κατέχω την κόψη του μετώπου
στη σφραγίδα του αίματος,
στον κόλπο του κόσμου στα μάτια σου,
στο ασπρόμαυρο ταξίδι μας,
στη σιωπή
Στη σιωπή μου που
μαίνεται ν' ακουστεί η σιωπή της
στο πνιγμένο σου κάδρο με τις μαργαρίτες
Στο βύθισμα της σιωπής σου
που βοά σίγμα
Με απλωμένο ορίζοντα στον πόλεμο των
αποσκευών μου τα σπλάχνα μου,
η φρουρά σου στα σύνορα
στο αξίωμα Χρόνος
που δεν ήρθα ποτέ
Το κλειδί - μια πορεία βροχής
σε φθινόπωρο νύχτας
στα παγωμένα φυλάκια
στα σκουριασμένα σύννεφα
των νότιων αχών σου
που ξαναγύρισα._ (της μέρας)