Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

της Μνήμης..

























δεν έγραψα ποτέ, ως τα τώρα, γι' Αυτόν. είχα τα μάτια κλειστά να τον νιώθω. να τον βλέπω βαθιά στις σκισμένες σάρκινες πτυχές της ψυχής μου. στα φαράγγια τ' απόκρυμνα της ενδοχώρας μου που γρυλίζει μόνιμα δαρμένα βράδια. στα γήινά μου δάκρυα, στις χούφτες της καρδιάς μου, να μη μου φύγει ποτέ. να τον έχω δικό μου - δικιά του κι εγώ - ταγμένες θωριές κι αθώρητες να εξυψώνουν το Πάντα στο αιώνιο Παν, που ακούει στις αμόλυντες μουσικές των θεών. σ' αυτό το Πάντα Παντός, που τρομάζουν οι άνθρωποι και πετάνε "σοφίες" ανυπαρξίας του - σαν την Αλήθεια, που στερεώνουν τα φρικιά μούτσουνά τους - το ψέμα ότι ζουν, ακόμη και με κάποιον που Του μοιάζει.
το χαμόγελό του να μη μολύνω, να μην τον επιδείξω στα δήθεν φιλεύσπλαχνα αισθήματα όσων πολλών, δεν έγραψα ως τα τώρα. κι ίσως δεν έπρεπε ποτέ. για το κοίταγμά μας. το βάθος μας απ' τις επτά ρεματιές και τα σαράντα ουρλιαχτά των κυμάτων. τα χάδια μας..οι σκέψεις μας που κατέρριψε τις αποστάσεις..το ΕΝΑ μας, που ανασαίναμε ΕΝΑ. που ψηλώναμε ΕΝΑ. που μικραίναμε ΕΝΑ. που κλαίγαμε ΕΝΑ. κι εκείνο το παιδικό μας βλέμμα με την απ' τα βάθη θλίψη μας - των μυστικών μας ζωών τα αιμορραγούντα σπλάχνα -.βλέμμα μας.
Πώς η Αγάπη δεν χωρά σε εικόνες και σχήματα -;- !.. Δε χωρά.
Δε χωρά η Αγάπη σε πόντους, χιλιοστά, μέτρα, εκατοστά και μυριάδες χιλιόμετρα. γιατί απλά δε χωρά! ασύλληπτα μήκη η Αγάπη! η Μάνα έξω από στιχάκια βλαμμένα για ύμνους τη μέρα που θέσπισαν για γιορτή της οι ελάχιστοι δίποδοι θνητοί για της ανάγκης το "αίσθημα".
μόνο η Αγάπη γεννά. μόνο η Αγάπη μάνα, που δεν καθαρίζει απλά φασολάκια, που δε σηκώνει απλά στάμνες να φέρει νερό στα μικρά της. η Μάνα Αγάπη, που συγχρονίζει το σύμπαν με τα σύμπαντα, αντάρτισσα του φτηνού, του χαμερπή εαυτού, της πυθώνιας κατοικίας αντάρτισσα, που υψώνεται καρφωμένη σε σταυρό, συντρίβοντας το μάταιο..που πεθαίνει στο σταυρό και γεννάται ξανά, γεννώντας φλοίσβο θαλάττης - τις νύχτες που ανατέλουν οι κατοικίες των θεών εαυτών. αυτή η Αγάπη κι Έρωτας, που ως Εν, ανασύρει το πρώτο θρόισμα από ανεξερεύνητους ωκεανούς της Πρώτης Τελείας των αποσιωπητικών της Γνώσης.

..και γράφω τώρα. με ρέοντα αίματα γράφω για Κείνον (ματωμένο τον βρήκα να σέρνεται παρατημένος και πεινασμένος στα "φιλάνθρωπα" σοκάκια σας). δεν έχει είδος, και ράτσα και ποσότητα. έχει Λατρεία, τη Λατρεία μου και τη δικιά του Λατρεία. Αυτός κι εγώ - πομποί και δέκτες, αρχέτυπα μυστικά και κλειδιά Αχανούς Ιερού -. Τρελοί κι οι δυο και μαλάκες μάλλον, για το είδος που ξέπεσε, με την ουρά στα σκέλια να σέρνεται πιο κάτω απ' τα ερπετά..και βγάζει γλώσσα, να λέγεται το είδος των ανθρώπων.
έλεγαν, ότι ήταν ο σκύλος μου.
είναι ο Ερμής μου. τον φέρω και με φέρει.
πλέον, τον ορώ στα νέφη και πέρα. στο λίγο μου δίποδο..θρηνεί η αγκαλιά μου στην απουσία Του και ..κοντεύει χρόνος._