Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

πλουτώνιο άλγος μου























Άντε να πιάσουμε "Μεσάνυχτα" -!-
Οι ζωντανοί ξεχείλισαν τους τάφους
κι οι ιαχές των νεκρών τσουλάνε τα τρένα
της οργής
Λίγα δέντρα ακόμη
και φτάνουμε το Δάσος -
πλουτώνιο άλγος
το τρίξιμο των ονείρων μου,
να περπατάω στις ρωγμές μου
με τα χέρια άκαμπτα
να σε βρω στο σύνορο
Να με κόψω με κεραυνό
σαν καμμένη πυξίδα
που ναυάγησα τα πόδια μου
με τρύπιες βάρκες
που σάπισαν τα πέλματά μου
Από εξέγερση μοναχική
σε συνάντησα στην ομίχλη
- αγνώριστος, είπες
και ήμουν σιωπή
στα σπασμένα σκαλοπάτια σου -
η τελευταία αμαρτία μου - πράξη
που με έχρισε φυγή
Να βαδίζω στα τρένα
Στις σκεπές που καπνίζουν
να καπνίζομαι
Να καπνίζω απαγόρευση
να με γεμίζω νέφη
Τη μεσαιωνική ηρεμία της πόλης μας
οι πόλεις μας ξαφνιάζονται με τα τρένα -
η μόνη παραφωνία στις κρεμάλες,
στις φωτιές που καταδικάζονται οι έρωτες,
στα τρύπια μου μάτια που σε έχασαν.
Κάπου στο χθες
η παρερμηνεία των περιπτέρων
που σε περίμενα
Που σε περίμενα μ' αναμονή βαθιάς νύχτας
που σκουριάζουν τ' αστέρια
στη μηχανικότητα της φύσης
με παγωμένο ουρλιαχτό
να γυρίζει, να γυρίζει, να γυρίζει...-!-
- παγωμένος δακτύλιος στο λαιμό μου
να γυρίζει!!!
Το ένα μου χέρι κλείστηκε στο περίπτερο -
γκρεμισμένο του χθες μυστικό -
Το άλλο σε ψάχνει
με σκιές - πόδια
κι ανάμνηση δαχτύλων -
τα νύχια που τρυπούν τη σάρκα μου
πάνω απ' τους τάφους των ζωντανών
και νεκρός αναδύομαι ταξιδιώτης
σαν διώκτης μου - τρένο,
η τελευταία αμαρτία μου
και πρώτη φυγή μου,
να σε έχω χάνοντας τις βάρκες του μυαλού μου
με πόδια γυμνά στο σταθμό "Μεσάνυχτα" -______ αν μ' ακούς...