Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

η έλλειψή μου στάζει νερά

 

υπότιτλος: *τα φθινόπωρα των Σκορπιών σε νότες βρεγμένες*

Τίγρης η φωτιά
που καίει τα σπλάχνα μου -
καταραμένη η Στιγμή
Οι Μοίρες, μου φώλιασαν
το εξώτερο Πυρ,
για την αναγκαιότητα της αποστολής,
με τη γλώσσα σκισμένη στα πολλά
Ξυπόλητη γλώσσα
να γράφει ιδρωμένη στάξεις αιμάτινες
όπου σφραγίζει δυο Π -
πόρτες φέρουσες φλόγες σε στύση
και σάρκινες εξακολουθίες
κρεμασμένες από φασιστικά καταδιωκτικά
στα ανακόλουθα στιγμιότυπα
των παιδεύσεών τους.
Η έλλειψή μου μπάζει νερά
από καταβολής εαυτού
Στα κατασκότεινα φυλαχτά μου -
οι μύριες ζωές μου
με τους αχανείς θανάτους μου -
μιλούν βοές και αναδρομές
των σκιών μου
Στ' άπειρα σπίτια μου
δώδεκα στη νιοστή των ωρών,
οι τοίχοι τους - αίμα περιρρέον 
στο συμπαγή κύκλο μου
με τις σκισμένες φορεσιές
στα ύψη του εαυτού μου / και να μην μπορώ να με φτάσω..! /
Τις μέρες που σπάνε τα νερά μου,
τα σπασμένα μου μούτρα
ανιχνεύουν τις ματωμένες αυλές μου
με γαλότσες επιχείρησης έκτακτης ανάγκης.
Μιλώ με τα πεσμένα φύλλα των αιώνων -
πώς αποκαταβολής πέφτουν πάντα τα φύλλα
σε φύλα μαγεύοντα αριθμούς -;-..-
Το ΄ξερα: Κραυγή π' ακούει την κραυγή της
ποτέ δεν ομοιάζει
και σπαράσσεται κάτω από χώματα βρεγμένα.
Κάτω από χώματα βρεγμένα επιχειρείται η ζωή
με πρόβες ζωής, με πρόβες θανάτου -
πρωταγωνιστές φυλλοβόλων δίχως φύλο.
Σαν χτυπιούνται καράβια σε βράχια,
είναι οι συμπληγάδες μήτρα λωτοφάγων,
κι ακόμη αρνούμαι να γεννήσω.
Κρατώ φθινόπωρα. Κρατώ μόνο φθινόπωρα,
σαν κάποιος που από κάπου μακριά είδε καπνό
και οσμίστηκε Εστία - γύρω απ' το τζάκι, το μέλλον
με τους μύθους, και η γιαγιά που μιλάει ακατάπαυστα -
Ακούω..μακριά και κάτω απ' τον ήχο
τα καράβια γεωμετρούν την αλληγορία τους
κι οι γειτονιές νήματα, ελαστικοί επίδεσμοι,
και σινεμά.
Κι ακόμη με ψάχνω, σαν να ΄σαι  Ένα, κι έρχομαι._