Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

οι δρόμοι σε στάζουν


































Οι δρόμοι πλέον
βαδίζουν πάνω μου. Ανέσπεροι
στο μαύρο μου "στέκομαι".
Είμαι κρεβάτι μου - μπαλκόνι δίχως θέα
ή με θέα εισχώρηση γενική
Έχω να κάνω γενική αιώνες και
κάτι τόνους καημού ακόμη
Το λούκι αναμενόμενα φραγμένο
κι η υποψία νερού στο μυαλό (Παφλάζει στο μνημόσυνο των κυμάτων)
Μέχρι το μπαλκόνι μου
παλαιολιθικά κομμάτια μου,
κι οι δρόμοι στάζουν Εσένα.
Με βαδίζεις κι εσύ, στα τσίνορα,
τα σύνορά μου δολοφονημένα
Το καρπωμένο άλμα,
ο Ένας, ο πρώτος, κόκκος της άμμου
το μόριο του τροχού της αμάξης -
το σύστημα ολάκερο - ο τελευταίος κόκκος της άμμου -,
η τελεία της τελειότητας
η υπεσχημένη
λίγο πριν τη διάσταση
που γείραν τα φώτα μου στο δρόμο σου, και
οι δρόμοι ξημέρωσαν να με βαδίζουν.

Οι χώροι μου·  κρεβάτι μου - μπαλκόνι,
εγγεγραμμένα πυρομαχικά
στον κύκλο του θανάτου,
και το πουλί, που κράζει αντίλαλο την υπόσχεση
στο καταπατημένο κενό - στο όλον,
στο εμείς που κούρασε το χάσμα του χρόνου
που ξεδοντιάστηκε ο χρόνος να κυλάει.
Και στο απόψε, ακόμη,
π' αναμετρήθηκαν πρωτόγονα τα πελάγη
με το πείσμα μιας επόμενης χαραυγής, κι
αντέχουν._