Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

"σβήσε το δάκρυ"


































Στα ξέφτια των διαβατηρίων
τα χείλη σου κατέχουν τα νύχια μου
τη ζωή κάτω από τα νύχια μου
την κυκλοφορία μου μια Νύχτα
στο παράλογο φίδι, που
εκσπερμάτωσε Γη
στη χοάνη του νόστου
με το στυφό χαμόγελο
Να κυλάω κύκλους μισάνοιχτους
με βλέμμα υπάρχοντος φευγάτου
στο ανάποδο πορτρέτο του τρελού
που δεν παύει να παραλογίζεται, και
αναμένει
στο καρφί που ξεχάστηκε από την ισοπέδωση
στο αίμα σου, που λησμόνησες να περιμαζέψεις το αίμα μου-
να ΄χω να πνίγομαι φλέβες, να στροφιλίζομαι ταξιδιάρης
και να γυρεύω Αντίνοος, αιώνιος τα σκεπτικά σου
Αιμοφόρος να μοιάζω ξυλουργός
με αγκίδες στο δέρμα των επαναστάσεών μου
ν' αρνιέμαι το ελάχιστο για του ελάχιστου την τιμή
Να σε τιμώ ακοίμητος, άτεγκτος φονιάς μου
Κατάδικος να με χτυπώ στο τζάμι που βράχηκε
απ' το αγιάτρευτο μυστικό μου: Να μένω αμνημόνευτος.
Να μένω βράχος. Περαστικός να μένω, και
να στριγγλίζουν τα πατώματά μου - σαράντα κύματα που πάλεψα,
κι όλο σαράντα να καγχάζουν αιώνια.
Να φτάνω να τρυπιέμαι με κύματα
και να σκάω βράχος στο βράχο σου -
στη φωτιά στο συμπαγές όνειρό σου.
Βήμα το βήμα. Πνοή την πνοή, στο αγιόκλημα των απόηχών μας
και να αργείς να σβήσεις το δάκρυ._