Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

πληγή στα χίλια















Ήμουν εκείνες που θάφτηκαν
στα θεμέλια του κορμιού μου
Στο πέρασμα μας
γινόταν σκόνη το χθες
Στο παγκάκι μας
ξηλώναμε το χρόνο
να χωράμε στις πλατείες αφανείς -
προγενέστερη βοή –
Στα κρατήματα λυνόμασταν
έτσι ξέφευγαν οι φλέβες μου απ΄ το δέρμα
και έκρυβες πάντα τη φωνή σου
Τη μέρα που σάλπαρα
τα τρένα τρελάθηκαν και κάλπασαν σε βυθούς.
Ο πατέρας είχε φτάσει. Ήταν βράδυ. Δεν πεινούσε. Κοιμήθηκε μακριά.
Η μάνα πήγαινε. Έφτασε στην άκρη κι
άρχισε να βαδίζει στο τζάμι – σα μύγα στην άχνη του νοτιά.
Έσπασα το τζάμι. Κόπηκα σε χίλια,
κι όλοι ήταν εδώ· οι βάρβαροι, οι αλήτες,
ο διαδηλωτής που πυροβολήθηκε στην κόψη της ψυχής,
κι ο πατέρας στο νήμα να κοιμάται μακριά
η μάνα παρά ένα στο νήμα
κι εκείνες, που ήμουν, θαμμένες στις γέφυρες των πελμάτων μου
Να σαλπάρω με τα τρένα τρελά
κι ο ουρανός να με διώχνει
κι η γη να με διώχνει.
Να τινάξω τους ορισμούς
να με πάρει η θάλασσα
Κι ο Κεμάλ είναι εδώ, κι οι βάρβαροι κι οι ξενύχτες
Και προχωρώ στα υπόγεια
Κι εσύ δε φοβάσαι
κι εκείνες έμαθαν πια
δεν ενοχλούν._