Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

ξάστερο κενό





 











είναι που στο τέλος, / η αγοραία εποχή ξεβράζει τα σάπια δόντια της - / κάτι στίχους αηδιασμένους τροφική δηλητηρίαση / Αγοραίοι ποιητές, πλήθος, σπρώχνονται να τη βγουν, στον όχλο που ψηφίζει θάνατο. / Με κρεμασμένα δάχτυλα στην αποφορά σφαγιασμένου ουρανού, / σε ονομάζουν Αόριστο / που ξεσκονίζεις παλιούς χρόνους, / ενώ το ρολόι ληστεύει τ' ολόγιομο των ματιών μου / και δια μέσου των βυθών / ξεφτιλίζω πήλινες αισθήσεις. / Κουμπώνω το σακάκι. / Με βλέπουν να βυθίζομαι - / τα μάτια μου ρέουν στο άπιαστο / κι οι χρόνοι πίσω χορεύουν / γύρω από το άδειο σώμα μου. / Μισή οκά γύψος αρκεί / να με θάψουν ανώνυμα / κι άπληστος ακόμη κοιτάζω / λίγο πριν με χτυπήσει το τρίτο κύμα /στο ξάστερο κενό._