Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

μαμά -!-................



Το μεροκάματο της μάνας, να τρυπάει
τοίχους με συρματόσχοινα να στεριώσει ρούχα
Ξεχασμένη σε διαδρόμους ανύπαρκτους να πλένει εμμηνόρροιες
σ’ ερμητικά κιτάπια
Μάταια πλανιόταν σε άσματα – πολεμικοί ήχοι βούλιαζαν τα
μερτικά της
Τα νέφη όταν ξεθώριαζαν, χανόταν η μάνα
Πουλιά νεκρά τα χέρια της χάιδευαν τα μαλλιά μου
Οι κόκκινοι σταυροί όσο κι αν την έψαχναν
η μάνα πολιορκούσε μια πεταλούδα τα σούρουπα,
που βάραιναν τα σύννεφα απορημένο «αχ» σε
κρίμα καταραμένου, που ράφτηκε απουσίες και φραγή
Τις νύχτες που πηδιόταν το σύμπαν
η μάνα ακολουθούσε την πομπή με
λιτανείες σε ήμερα βουνά ντυμένα Πάσχα
Τα Σάββατα μαδούσε τα μαλλιά της
αγέρωχη, σα να καυτηριάζει τις πληγές,
που κρύφτηκαν απόκριες
Μέρα του ήλιου δεν υπήρχε
κι ο πατέρας λήστευε τη μήτρα που τον γέννησε
κι όταν η μάνα γέννησε εμένα πέθανε
κι όταν πέθανα εγώ γέννησα μια πληρωμένη μάνα
κι άξαφνα, στ’ ανοιχτά που βρέθηκα - ένα στήθος, μια
πιπίλα ανέγγιχτη,
ένα θωρηκτό, το αιδοίο σφιγμένο – μαγκωμένο σε πόρτα ντροπής
-
πόνεσα το αιδοίο. Κάθε στιγμή διψώ νερό αλμυρό. Πίνω κονιάκ
κι αντίθετες απόψεις με ήχους λιμανιού – συνήθεις κινήσεις ναυτικού, που
ξέσκισε τις θάλασσες,
και πίσω ποτέ δε γύρισε.

Η μάνα τώρα ψάχνει για φως –
τρομάζει τα βράδια και φοράει ένα σκισμένο καλσόν στα
δάχτυλα,
σα να ΄ναι δρόμοι που δεν περπάτησε,
σα να ΄ναι γιορτή που κράτησε στο συρματόσχοινο
με τ’ άπλυτα ρούχα.
Γυρεύω λουλάκι -!- Γνωρίζει κανείς -;-

(από το υπό έκδοση: "το σκισμένο καλσόν" - εκδόσεις δραπέτης)

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

αιμάτινη ιαχή



τότε που έπρεπε - το τώρα στο χέρι ∙ κλειδί χάλκινο, με
τέσσερεις ρόδες, και ουρανό χιλιομέτρων, σε απειρογώνιους ορίζοντες μ’
αιμάτινους θυρεούς  - να θυμίζουν
περίβλημα - εκείνο που πέρασε σε νυν της δίψας. με κινητήρα υπερκόσμιων τινάζω
ύψη, φουσκώνοντας ύψη στο στήθος, που δε λούφαξε σε βόλεμα επαιτικών φιλιών -
λεύτερος σε μυσταγωγική χορογραφία καταιγίδας, κι ανεξάντλητος μεταφυσικός -
φυσικός κι επίμονος ερευνητής, γι' αυτό δεινός δύτης σ' αινίγματα τούνελ, που
στηρίζονται οι περπατησιές.
κι ας αρουραίο, με λένε, που χάνομαι τις νύχτες - χαϊδεύω
και πάλλομαι σ' επτά συντριβές με τριβές και σπίθες, βυζαίνοντας ρώγες ατίθασες
που χλιμιντρίζουν Ιππολύτη. 
σαν ξημερώνει δε γονατίζω στο εννιά. το ερωτεύομαι κοιτώντας
το στα μάτια, κι αυτό μου μιλά μελωδικά - μια εξαϋλωμένη μελωδία, σαν κορίτσι υπαρκτά
φανταστικό (και μήπως φανταστικές δε μοιάζουν οι εκστάσεις -;-), που κάπνισε
λυγμό κάτω απ' το δέντρο που κρεμάστηκε ο δίδυμος θεός, κι αμαρτωλό αναμάρτητα
γδύθηκε με πόδια ανοιγμένα, με ουτοπικό παράστημα και μια αγκαλιά υπέρ των
πάντων, κρατώντας μαχαίρι, λοστό, και αίμα. πίνω το αίμα, μαχαιρώνομαι, κι
ελίσσομαι ανάμεσα. μια ρεματιά ορμών ο θεός, που κρεμάστηκε. πνίγομαι και φεύγω
μένοντας σε παντού – ανίατος ιππέας – και ιππεύομαι με κινητήρα ορμής, κι εσωτερικής
ερωτικότητας, με μια Ηώ, μια Ιππολύτη, με Ζώνη κύκνειας προστυχιάς στην αυγινή κραυγή των μυστών.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

δίχως τίτλους

τους τέλεψε η μαγεία, σ' ένα βαθύ νοτισμένο
φιλί / έτσι φτηνά. έτσι τιποτένια. σαν άνθρωπος δίχως πρόσωπο. μια
επιφάνεια λευκή. σελίδα άγραφη. μια εμπειρία από ΄κει. μια εκπλήρωση
ανάγκης τους- στιγμιαία. ναι -!- σαν καφές, που δεν ήπια ποτέ μου, ως
ανυπόκριτος σε όλες μου τις ζωές. όχι, συμφέρον. όχι, ψέμα. με δίχως
μάσκες, να χαράζω πορείες. να ανοίγω φτερά. να μη μοιράζομαι, αλλά να
δίνω το πάντα μου. να μάχομαι. πολεμιστής και κωπηλάτης. δε με χωρούν οι
τόποι. δε με χωρούν οι χρόνοι. δε με
κρατούν τα γήινα - πόσο τρομακτικές οι μάσκες των ανθρώπων -!- πόσο
τρομακτικά τα λόγια τους, τα όνειρά τους – εφιάλτες. Και πόσο όμορφα να
τα ψιθυρίζουν, όταν είναι να σου πάρουν..
ναι -!- δεν έχει τόπο εδώ,
ούτε και χρόνο. φιέστες άδειες, που λένε, ποιητικές οπτασίες. Έτσι,
λοιπόν, μαγικά ξεμπερδεύω. Μαγικά και μάγκικα, να τους αφήσω κάτι να
λένε. Να περνούν οι τρομαγμένοι δρόμοι τους, με τους φρικτούς ίσκιους –
βρυκόλακες – βαμπίρ και λιγοστό τους είναι…

κι όμως, ο Γιάννης ο φονιάς, φονιάς δεν ήταν. τον φάγανε μπαμπέσικα.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ως τον Ουρανό

υπήρχε πέρσι
/ νόμιζε /
φέτος δεν υπάρχει
/ νομίζει /
στα περιστατικά της νύχτας
πίνουν τα όνειρα οι τυφλοί
γι' αυτό τα σουρωμένα φιλιά
αναγκάζονται σε έργα δημόσια -
με μαύρα των εργολάβων
/ έτσι, διαιωνίζεται η πομπή,
που υποτάσσεται στο σύστημα
και διανέμει το σύστημα
σε κέρδη δεκαπλάσια της χασούρας. /
τι είναι μια ήττα;
ένα κομμάτι σκοινί
/ αντρίκειες επεμβάσεις
της ψυχής,
με θηλυκότητα υπερεπαρκή
που παραβλέπεται καταναγκαστικά,
από έργα αγρίων,
σε μορφές που δεν άλλαξαν τον κόσμο /
και πυρετοί πολλοί
με συμπτώματα γαστροοοισοφαγικά
με γέλια που χάρηκαν οι θεοί
/ και μάγκα μου, η υπεκφυγή
το βράδυ, στο τραπέζι
κρατούσε μια συλλογή ποιητική -
δώρο Μεσσία
με ουσία χορευτικά τελετουργική -
για να ξεφύγουν οι παρουσίες
σκιές που αυνανίζονται,
σαν με πιπίλα βρεφική
ενός ήπιου τοκετού
/ μια γέννα ποτέ δεν είναι αρκετή
ν' αλλάξει τους χρόνους σε άχρονους /
κι η μάνα θυμάται ανάκατα
κι ο πατέρας αρκεί
ανάμεσα στα κάστρα να περιφέρεται -
καρφιτσώνοντας κολάσεις
/ σαν με συρραφή ντροπής
να άλλαξε η ανάμνηση
με Σεπτέμβρηδες λήξης
επίγειας φυλακής /
σ' ένα χρόνο παρά ένα μήνα
να κόλλησε η παράσταση
σ' έναν Ιούδα που αιμορραγεί
και κόλλησε τέρμα.
από τότε σφραγίστηκαν τα τέλη
που δεν θέλησα να πιστέψω
μ' ένα δείκτη - παραβάν
/ αδυναμία μοναξιάς
σε θάλαμο αερίων
και ιλιγγιώδεις χειμάρρους οπτικούς
σε παραπαίον μνημείο
και λόγους επικήδειους,
σε μια αυλή
μ' ένα φιλί στο στόμα
και γλώσσα των τριάκοντα αργυρίων
κι η άλλη παθιασμένα υγρή,
κι ο θεός δεν είχε,
σα να μη ντρόπιασε τη ντροπή
/ φίλε να του πω: δεν υπάρχεις λέμε -!-
είσαι άπιαστος σαν τα κρίματα
που δε συλλαμβάνονται
στο άνομο κράτος
και στη νόμιμη παρακμή._ /

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

αγώνας δρόμου



Με ξεπέρασε το καλοκαίρι
σε απόψε του χρόνου
με κυρτά δάχτυλα
Να ψαχουλεύει το μυαλό μου
για ωροδείχτες ιστία
των σάπιων μεσημεριών
τις παλίρροιες του κορμιού
Και τερματίζω άυλος
από σαρκοβόρα σκέψη λειψός
σε ακτή ναρκοπέδιο
κυνηγημένος από πουτάνες
στα μισά επιπέδων
που περιφέρονται καπνοί
μπαγιάτικων λιβανιών
Και τα νύχια
να ξύνουν τη φαιά μου
τα απογεύματα των ημερών.

Τόσο νωπά τα θραύσματα
της νύχτας
στο κοιμητήρι των θεών
που ξυπόλητοι ανέτειλαν
Τρεις -
σαν τρεις του ξημερώματος –
και ξάφνιασαν το άστυ
με το εκατό να γυρίζει
σφυρίζοντας
στα φασιστικά συνθήματα
των γήινων αγορών.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

σφυγμοί λυγμών



Με όρθιους σφυγμούς
αναζητώ λύτρωση
βυθισμένων πλανητών
Αποκύημα όνειδους
από κραυγή διαπεραστική
παιχνιδιών παιδικών
τιτάνων που αναλήφθηκαν
δίχως να γελάσουν.
Σε στιγμές προσφώνησης
στα προσκλητήρια των οάσεων
οι ήλιοι μίκραιναν,
κι ο χαμός αρπάζονταν
όσο βυθίζονταν οι άγκυρες
με σκισμένα καλσόν –
δίχτυα που σκάλωσαν
σε στροφές ρεμπέτικες
αργής ιερουργίας –
κι οι γκόμενες θρηνούσαν
στο χορό που πάγιαζε
πολιτεία μαστουρωμένη
στο περβάζι της αμαρτίας,
με γόπες και παρεκτροπή –
ανίατη οσμή
κυρτών βλεμμάτων
από βλήματα παγκοσμίων
των τότε χρόνων
που άχρονοι καθιερώνονται
στον απόπλου μιας τελείας
σε βίους δαιμόνων
και παραλλαγών ζωής.
Οι περιπέτειες που δεν άρχισαν
και δεν τέλεψαν ποτέ,
κι αν αμφισβητούνται,
επιπλέουν συμπαγείς.
Τ’ αστέρι με χαράζει αλήτη
που πίστεψα το νοτιά
και οι κυνόδοντες –
μαρμάρινα φτερά –
τινάζουν τους αιώνες
στο στήθος της
μικρής μου πόρνης
που άγιασε την αμαρτία.
Και τρελαίνομαι
στον απόλυτο ουρλιαχτό
ανένταχτος σε εντολές
προδομένος δότης
με ψέμα ρολόι
και ματωμένες προσευχές.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

απειρίζοντα πιστεύω

















δυο τα στρατόπεδα. δυο οι καημοί. στο τρία
ανεβαίνεις φλεγόμενος όταν σμίξεις με το δάκρυ ή, πέφτεις στο χάος και
τσακίζεσαι αν τρομάξεις στην αρμύρα.
οι αναλώσιμοι πολλοί στο ανάμεσα - σαν καταδότες της αιώνιας μάχης - ανώνυμα καίγονται στη μέση των κάστρων.
άσπρο - μαύρο οι λυγμοί. κρατώ πολεμίστρα φιλί στο απέναντι μαύρο της ενοχής σας.
όσο το αντί μου στενάζει απ' τις βολές των φιλιών μου, τόσο ξεντύνομαι τη θνητότητα της Γης. εξυψούμαι κραυγή απειρίζουσα στο ατέρμονο πέρα, με την απόλυτη
δυαδικότητα των βροντών, κι οι πύλες ορθάνοιχτες αγκαλιές σε πλεύσεις
ξωτικών μεγαλείων.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

επικίνδυνα φθινόπωρα














Κυκλοφορώ επικίνδυνος, σε όνειρο ανοχύρωτης αξίας
Με περγαμηνές αόρατες σε κοινούς βραχείας σύνδεσης
Επιτρέψτε μου, να υπάρχω ορατός πάντων
Σα συντριβή αεροπλάνου με ανεπιβεβαίωτο αριθμό νεκρών επιβατών
Κι αν δε μου επιτρέψετε, θα κινούμαι πασιφανώς νεκρός.
Δίχως συντήρηση τρομακτικός
Με αντίο ψιθυριστό, σαν ρέμβη φθινοπώρου.