Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

βρόχινη η πτήση

κάποτε ίπτασαι.
δείχνεις να χουζουρεύεις πάνω απ' τη ζωή σου, πάνω απ' το θάνατό σου. ελάχιστοι νιώθουν, ότι έσπασες το χρόνο και ορίστηκες.
τότε βλέπεις, ότι στο κάθε έγκλημα του πρότερου βίου σου, ήσουν πρωταγωνιστικά ο εκτελεστής σου.
τα σημάδια αποφυγής υπήρχαν πάντα, μα έτρεχες πολύ με σβησμένα φώτα, διψασμένος για γιορτή, με φωτορυθμικά απόλαυσης.
εκτροχιαζόσουν, και σ' έδινες στεγνά, κλείνοντας τ' αυτιά στη φωνή του μετά σου, που αναβόσβηνε κόκκινα προειδοποιητικά.

*σ' έναν απ' τους θανάτους μου, κατάφερα να σταθώ ειλικρινά αυτόπτης.
αγκάλιασα τη νεροποντή και με καταδίκασα.
δεν έχει αίμα ο πόνος, είπα. ομπρέλες βρέχει πολύχρωμες.
έγινα μπόρα. σταγόνα, μετά, βροχής. μόριο βρόχινο και, ίπταμαι.

-δεν ήταν σύμπτωση. τόλμη ήταν,  να δω το επόμενο πίσω απ' το τώρα.-*  (σκέψεις)