Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

σαν αερικό



Δε θέλω να είμαι φιλάνθρωπος. Άνθρωπος παλεύω να μένω. Και πάνω ΄κει στο τελευταίο δάκρυ, «Κύριε», να μπορέσω να πω, « έζησα το θάνατό μου, περιπλανώμενος στη ζωή μου, κι επιθυμώ να πεθάνω για  να ζήσω το όλο του ίσκιου του θανάτου μου».
Κι ύστερα, ας φυλλορροήσουν οι λέξεις μου, σα να ΄ναι φθινόπωρο ανέμου βροχής. Κι ύστερα, τίποτα των τίποτα το μεγαλείο. Να βρεις τον τάφο μου αδειανό, να μη λιγοψυχήσεις στο μηδέν μας. Μετά θ’ αρμενίσεις στ’ ανοιχτά, ενώ εγώ θα τραβάω κουπί για τις στεριές των κόσμων σου.

δρόμοι


Αγρίμια σπάνε στο πρόσωπο
Στις κουπαστές αδειάζουν βροχή
Παίρνουν φωτιά τα στεγνωτήρια
κι οι διαδρομές μου
ξενύχτια στεγάζουν
Απορροφούν τρύπιες στέγες
καρνάγια - αγκαλιά
που ξεβράζει η θάλασσα
σε παλίρροια μανίας
που δεν αντέχει τα επουράνια
κάπου στο ξέπλεκο ουρλιαχτό
Και σκίζεται η γης
για να χωρέσει κρότους σιωπών
από ράγες που σβήνουν
σε λιγώματα ηδονών
μ' αγριεμένο θεό,
που καμώθηκε το δημιουργό,
όταν έκοβα το μήλο
στα τέσσερα του ορίζοντα,
και εκδιώχθηκα
από όλα τα απόψε
του ανεξίτηλου πλανήτη
Στα γέλια σου τα πλάνα
στα λόγια τα αντιφατικά
στις προεκτάσεις των χεριών σου
όταν ίππευες τη σάρκα μου
και ζύγιζες το φιλί μου
με γλώσσα φιδιού
Και πλάγιαζα κούρσες
στοιχημάτων
με το διάβολο του παραδείσου
που έσκιζε τα χείλη μου
κάνοντας σεισμό
Τότε
σου γλίστρησα ένα φεγγάρι
στο ακατέργαστο του
θανάτου σου
κάτω απ’ το φεγγάρι
Και μίσησα το χρόνο -
χρόνος ηλιακός
παράφορος
με λεπρά καλντερίμια
κρανίου τόποι
Ούρλιαξα
να μάθω να μιλάω
να δαγκώνω τοίχους
μήπως να στήσω 
το μυ του κέντρου μου
με τάφους – τάφρους
να ειρωνεύονται το
ποδοβολητό
των ξεφτισμένων λαβάρων
μετά τη μάχη,
την ώρα
που οι λάβες κοκάλωσαν
την καυλωμένη θωριά του απόκοσμου
Τραβάω απόκοσμα
λοιπόν
και σαλεύω
το τελευταίο μου σπαθί
για πολλαπλές  χρήσεις
βυζαίνοντας το «μη»
και το «δεν»
πριν απ’ το δύναμαι
και πριν απ’ το μπορώ
Απόκοσμα και τρένο
με κλείνω και φεύγω
σταυρωμένο λάφυρο
με το παράσημο
των πουλιών,
προϊστορικής παρένθεσης,
στις ασύμπτωτες
των ξυραφιών μου
που αιώνια
ξεσκονίζουν
τον τρύπιο μου ουρανό
Απόκοσμα ρεύματα
στα στέρεα μάτια
με ξαφνιασμένη στέρνα
για το παράδοξο του "είμαι"
στο τέρμα γκάζι
υπερπόντιων φορτηγών

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

μετά τα μεσάνυχτα



Απροκάλυπτα φιλάς
με γλώσσα τρένο
ισοπεδώνοντας χείμαρρο
Τα νερά πλαγιάζεις σε
τάστο της αβύσσου
και λες συνέτριψες το σύμπαν -
ένα βιολί πάντα θα καμακώνει
τα καυλωμένα μυαλά
στα κάγκελα των σταθμών σου
Αιώνες έχω να πιω
βυθισμένα χείλη σε νόστο κι αρμύρα
γι αυτό πλαγιάζω με το δαίμονα
κι εκστασιάζω το βυθό σου
που κράτησε μια εικόνα πέους
κι ένα κλαρί φθινόπωρης πουτάνας
όταν κρεμάστηκε σαν σφάγιο
στο μωβ που πενθεί το ανάστημα
των τεθλιμμένων δειλινών
Γι' αυτό "παράτα" με θα πει:
σκίσε το αύριό μου
με πύρινη λόγχη
που ο μπάτσος της ζωής μου
σε χοάνη στέρεψε
το νάρκισσο δισταγμό του
Mε λίγα λόγια, μωρό μου
καυλωμένη φυλή η φυλή μου
τη θηλή σου βυζαίνει για τρόπαιο
Λησμόνησα να σου πω
ότι όταν απλώνομαι
γουστάρω να παίρνω τ' αναφιλητό σου
π’ αρνήθηκες στην τελευταία κραυγή
το σπάραγμα της ψυχής -
κάτι δηλαδή
κι ας πούμε βίδες -
λαϊκά σινιάλα
των υπογείων μας
που υπόγεια αρνήθηκαν
σε ντουμάνια απορρίψεων
Λοιπόν
έτσι γουστάρω
να μιλάω μαζί σου
τυλιγμένη βροχή σεντόνι και
μια ίσως παράταιρη χλαίνη -
καπότα ξεσκισμένη του
άπληστου οργασμού σου
Κάτω απ' τα δέντρα σε φίλησα
εκεί που γαμήθηκε ο θεός
και εποίησε πόρνη
τη ημέρα που οι στρατοί
των τοκετών σου πυροβόλησαν
ένα παιδί
κι ένα κλωνάρι ουρανό -
κι ας είπε «κάνει φως» -
κρέμασε τη ζωή μου
μ’  ένα τυφλό γιασεμί
και μια παράπλευρη ματιά -
ένα κορίτσι αμίλητο
κι ένα αγόρι παραπληγικών ονειρώξεων
στο πάλι που μ’  αρνήθηκες
Εγώ καυτηριάζω το λάθος
μιας φύσης ανεπρόκοπης
και μιας γεροντοκόρης στίξης -
σα στακάτο χρόνου παράξενου
στο κατώφλι της τριβής σου
Και ξανά σου λέω
θέλω με τρέλα τα ίχνη σου
να πάρουν εμένα
στην τρέλα του κελιού∙
εκεί που πεθαίνουν τα σώματα
μα τα βλέμματα
πίνουν αγιάτρευτα πληγές ουρανών
τις πληγές μου
κι εσένα
με άπειρα αναφιλητά
και μύρια κενά
κι απορίες.
Άποροι σταθμοί
χλευάζουν τους αποχωρισμούς μου.
Μια πλάτη
και μηδέν.
Μια πλάτη
και έφυγα.
Στην επόμενη έκδοση
οι σελίδες επιτάσσουν
αποκρυπτογράφηση.
Είναι η κατάρα
των τοκετών.
Γι’ αυτό, κλείνω
πριν με κλείσει η όαση.
Πρόληψη ανεπιθύμητης
καταιγίδας.
Υπάρχουν τα πάντα που σου κρατούνε μυστικά μια απόλυτη απόλαυση σιωπηρών ήχων, στο κούφωμα που βροντάει την πεινασμένη ορμή σου - οργή ενός κόσμου που αποποιήθηκε τις ευθύνες του, όταν σε σημάδεψε - χαρακωμένη πυγμή. Το άγγιγμα του ελαφιού στο χείλος του γκρεμού σου ποιος θα φιλήσει; Αφού οι κεραυνοί σε πίστεψαν σα λάθος ανυπόφορης φυγής, και τα ταξίδια σου στο φως έγιναν ένα κρεβάτι, κι ένας σουμιές που τρίζει στριγκές, όταν οι παλάμες σου παλεύουν να κατευνάσουν δυο δάχτυλα και μια πηγή ονείρου;

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

έρωτας κι επανάσταση



Ατέρμονη πηγή ροών, ανέμων, σπαραγμάτων - σκισμένα τα χείλη σου / του πάθους μαχαιριές, / σπαθιά που δε λαθεύουν / τα καρφιά της γλώσσας σου / το σάλιο σαγιτεύει έρημο / γεωτρύπανο της σάρκας / να χύνονται άδολα τα αίματα - καθάρια βροντών / Πολεμιστής σου να είμαι, και πολεμίστρα της ανάσας σου / να γαντζώνομαι με τα νύχια στην ατιθασότητα της στύσης σου / Προσκυνητής σου και Μάγος / να σε καρφώνω στο κέντρο, σε μύηση μοναδική / Nα σε χαράζω με την πένα μου, και / να ουρλιάζεις πυρκαγιές. / Ύστερα, μετά την κατάκτηση / να σου ανοίγομαι εγώ - στοά μυστικών κόσμων -/ πειρατής μου να γίνεσαι, / να σε κουράζω κι άλλο / για ΄κείνο τον αλήτικο τριγμό της φαντασίας σου. /  Κλέφτης των μυστικών μου Εσύ. Αλληλουχία αέναη βογκητών φωτονίων στο υπερπέραν των αισθήσεων.
Οι γραφές τότε, θα ξεκλειδώσουν κεραυνούς. Οι κυβερνήσεις έτσι θα πέσουν, και ο θεός θα έχει λόγο αντρόπιαστα, να γουργουρίζει στην ξενιτιά του _______

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

στο παράθυρο σου το τρένο μου



Ό,τι θυμάμαι απ’ τους σταθμούς μου,
το περιττό τους ανάστημα –
νούμερο αλήτικο και
περιπλανώμενη συγκομιδή -
φωτοφοβίας σύνδρομο
απ’  την απόρριψη της κατοχής μας.

Κι ό, τι συνόδεψε τη βαλίτσα μου –
ένα ζευγάρι γάντια με νύχια μελανά –
Βαρύς ο φόρτος του γαντζώματος
στο θεατρικό φιλί,
που διατάσσει να μείνω
Γι’ αυτό τρέχω πάντα μακριά
αφήνοντας το φουλάρι μου
να στεγνώνει δάκρυ
όταν δακρύζουν τα σκαλοπάτια
που έστερξαν πάθος
μονόπλευρα δόλιο
κι αντίπλευρα πάθος πάθος.
Κι ύστερα ακόμη πνέω
φουγάρο και κόλαση.

Με γκάζια αναμμένα στο όλο
πατημένα φώτα βροχής,
να μη βρέχομαι
να κρατώ χαϊδεύοντας μόνο
κάτι της σελήνης,
ενώ το άσμα που κάλεσα
αιμορραγεί,
αιμορραγούν οι νύχτες
που οι γλάστρες δίψασαν πολύ.

Βυθίζοντας το δάχτυλο στο χώμα –
είναι ο δείχτης της καρδιάς –
ποτίζω με κόκκινο βαθύ.
Ένα ταξίδι είναι
απ’  το βλέμμα
μέχρι την κόλασή σου,
κι από την κόλαση
ως τ’ ακροδάχτυλα. Μη φοβηθείς -!-
Ένα ακόμη βαθύ
φιλί του όνειρου,
ίσως και κάποιες δαχτυλιές
λαδομπογιάς του «θέλω»
τα βράδια που ξαγρυπνούν οι δαίμονες
στα μινόρε των δισταγμών σου.

Εσύ κοιμήσου πλεξίδα τις ώρες.
Κουράστηκες πράσινο στα φθινόπωρα
και κύλησε κίτρινο το χρώμα.
Γλύφω χρώμα
εκρέοντας στο παράθυρό σου
τρένο και όραμα.
Ένα σφύριγμα ακόμη
κι οι ράγες ξεδιπλώνονται
βαλίτσα και άγγιγμα.

Άγημα η ζωή σου
στο μαύρο μου.
Είναι μαύρο κι αυτό το ταξίδι μου,
από την κόλαση
μέχρι την καταιγίδα.
Κάπως έτσι
έμαθα να παίζω γκαζές
τους παραδείσους
και να τους γεύομαι.
Με λίγα λόγια
αλητεύω αλήθειες στα φρούριά σου
τα φιλιά μου,
να επιστρέφεις πάντα
ακόμη και αργά κι
ακόμη παντού._