Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

αιμάτινος πανικός



Η κόλασή σου στα μάτια μου
λυτρώνει την όρασή μου
στα άδυτα των κειμηλίων σου -
ψήγματα ανεστραμμένης τρίαινας
με λιβάνια βροχοποιού
σε υποκλίσεις ακέφαλες
Να τρομάζουν τα χείλη σου
Να συσπάται η χορδή σου
Η βροντή των δαχτύλων σου
να τρομάζει στην ξαφνική μπόρα
της λατρείας μου
Αιμάτινος πανικός
σε απέθαντες εκφάνσεις
στις διαδρομές
των υπερβολών σου
στις γωνίες σου,
που διψούν οι οδοιπόροι σου
Τα εννέα κεφάλια μου
σε θηλάζουν άβυσσο
σε θέλουν άβυσσο,
να σε περνώ
χαρακωμένα μου πέλματα
μ' αρμύρα στα βάθη
Και να βρέχω "εμείς"
μέσα στο σκόπευτρο των χειλιών,
στο αχανές των δερμάτων μας,
στο στόμα του λύκου

που έσπασε τα δόντια του
όταν αντίκρισε
πως νύχτα δεν υπάρχει
Και πάντα Νύχτα
που με σκαλώνω
στους μαντρότοιχους
των θυρεών σου.
Ξέρεις,
στη θέση που με άφησες
υπάρχω ακόμη.
Με σφαλιστά παράθυρα
υπάρχω καθίσματα σε τάξη
ασύνταχτης φωνής
Να χτυπάει στους τοίχους η φωνή μου
με ανερμάτιστες σκάλες
του σολ σου ψιθύρου.
Στο κατάρτι του κάτεργού μου
ένα μινόρε πελάγη Εσύ._