Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

κατοχική πολιορκία
























Πάντως έξω απ' τα σύνορα
θυμωμένα ύδατα, απόψε,
έσκισαν άγαρμπα τους πόρους μου
και το μυαλό μου εκτροχιάστηκε μαζί σου
στο τεθλασμένο είδωλο πεφτάστερης νύχτας
ενώ στο βάθος
την ώρα της ναυμαχίας
η αρμύρα καρφωνόταν στις φλέβες μου
Κι εσύ
άτσαλο βλέμμα
σχημάτισες την πόρτα μου παραδομένη στη φθορά -
μια παλίρροια
και μια ωδίνη
στην τροπή των έσω ορίων
που κρεμούν οι κύκλοι
την ονειροβασία των χειλιών
σε ιστία δίχως πανιά
μόνο με πουλιά που λαλούν εγκόσμια βέλη
και καρέκλες δίχως πλάτη
σε θιάσους κατοχικούς -
παρακατιανές υποθέσεις των θεών
να παγιδεύουν την αθανασία τους
σε παιχνίδι με τη μυστική τους πορεία
στη βάση του θανάτου.
Εκεί
στεκόσουν ανάλαφρη
σαν τρένο που αρνήθηκε τους ταξιδιώτες 
με σπλάχνα καμμένων καιρών.
Μυστική μου πομπή
μου τερματίζεις το τέρμα
κι ανοίγομαι βυθός σου
με χάλκινη μπόρα
στον οίστρο της πολιορκίας σου._