Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Η ΔολοΦονία του ΙούΔα





Κι όταν ναυάγησαν οι αφετηρίες
τα θύματα ξεβράστηκαν απ’
τo στόμα μου
κι οι προσευχές μου λησμόνησαν -
ν’ αναστηθούν, θέλω να πω
λησμόνησαν
Γύρισαν πλευρό στον
τάφο τους κι
αιώνια η μνήμη τους

Όμως εγώ
γιατί να
τις θυμάμαι
ενώ εκείνες αδιαφορούν -;-
Λοιπόν, γυρίζω κι εγώ -
πλάτη και φεύγω

Εεε! Μην ξεχνάς
εσύ που με
διαβάζεις μην ξεχνάς
να με κοιτάς στο
πρόσωπο όταν διαβάζεις με -!-..
..Όχι παπαγαλία και
τα συναφή τα 
επακόλουθα και άλλα,
κράτησε για τους δείπνους σου με 
τα πολλά τα λόγια
για την πίστη την επιστήθια
Εγώ Ιούδας φεύγω
Πάντα αέρα λαχταρούσα και
βροχή να
δέρνει αιωρούμενο το κορμί μου
Κι εγώ
δεν ήπια αναισθητικό και
με κρασί, μόλις που
 άγγιξε τα χείλη μου τα
διψασμένα για
Το Φιλί.. που
 όταν άγγιξαν τα
χείλη του απείρου
κτίστηκεν όλη η ομορφιά -!-
και
την παράδοση
την κράτησα δυο τώρα
χίλια χρόνια κι 
ένδεκα στάχτες –
καμένων εποχών 
Την κράτησα μέσα στις
τσέπες μου,
εκεί βαθιά που
που μου ΄σπρωξαν τα
τριάκοντα τα κέρματα με
το σταυρό
Κι όλα τα φύλαξα
Ακόμη και το σάλιο τους
στο πρόσωπο επάνω -
Ξεράθηκε απ’ τους αγέρηδες
και 
πιο αλαφρύς..

Ανάλαφρος παλινδρομίζομαι
μέσα στης μάνας μου την 
κοιλιά
Και νανουρίζομαι
Και ξέχασα να κλάψω

Όμως η Πέτρα δεν το ξέχασε
κι έκλαψε πολύ -!-
Κι ήταν που πέθανε η πίστη
Κι ανάποδα στήθηκεν η σειρά
Και αλλοιωθήκαν τα λόγια κι
η μορφή
και είπαν 
στο χτύπημα
Χτύπο μη δώσεις κι
άλλονε δέξου..

Εγώ τα 
είδα όλα από ψηλά -
χτύπο μεγάλο έδωσε
άλλον δεν πήρε
Χτύπο που βόγκηξεν η γης
καθώς, απ’ το σταυρό 
επήδηξε
και 
βρόντηξε τα κάτω

Και…νάνι νάνι η μάνα μου -
Δε νοιάζει τ’ όνομά της -
Να ΄ρθει βροχή να
Ξεπλυθώ -!-..
Πώς βάστηξα θεέ μου
Τον παλμό σου -;-
Πώς το σκοινί μου άντεξε –
Άκτιστο τ’ Άπειρο
τ' Απείρου-;-
Στις τσέπες μου μέσα
ψίχουλα γίνηκε
για τα περαστικά πουλιά –
στις τσέπες που κρεμάσανε
απ’ τα τριάκοντα και
Τρία κάπου χρόνια…
Και τρύπησεν το ρούχο μου
Και είμαι βρώση
Και μόνος είμαι..

Κάπου δειλά
Χαράζει ο άκτιστος
Τέλος δεν έχει να
σημάνει… Μόνο αρχή -!-
Ξανά αρχή…ξανά…
…Και…
Νάνι…Όνειρο -!-

Κι ας γνώριζαν όλοι
τι πράττουν ..
Είναι που
το κράτος πάντα
δολοφονεί -!-..
Κι ο
όχλος να ουρλιάζει:
"Κρέμασον!
Κρέμασον Αυτόν!"