Σάββατο 28 Απριλίου 2018

ο κήπος

τα νύχια μου κρατούν δέκα γεσθημανές
και του σφυριού σου ο οίστρος
σκίζει τα σωθικά μου
/ με την κραυγή του είδωλου
βοούν οι σιωπές των ψευδαισθήσεών τους -
πως τάχα μου με πρόδωσες /
κι όταν βρόντηξεν η γης
οι ουρανοί σφύριξαν την ανακωχή μου
/ με τα δέρματα των αθανάτων
που μάτωσαν την εμπυρία μου -
να μας κοιτώ στο άυλο των γεννήσεων
και να με καρφώνω για του θανάτου μου την απειροσύνη
στον εξακοντισμό του φιδίσιου οράματός μου /.
ερωτική η νύχτα των άκρων μου -
εκεί που ορίζονται οι πεθαμένοι,
μ' ακούς -;- ματωμένες οι στράτες των ανέμων μου
/ των εαυτών οι μαίνουσες λόγχες -
στο στήθος των ζωών μου
ο ερωτικός των προσευχών σου /._

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

στις σκάλες τ' ουρανού


η φωτογραφία ανήκει στην φίλη Louloudia Gredi

ό,τι με γέμισε θλίψη απ' τις πλατείες, τα καταρρέοντα κοιμητήρια να θυμάμαι στα στενά παγκάκια και, στα κλειστά μάτια των οδοιπόρων / πανδοχεία παραμεθόριων, που στάζουν τα δάχτυλα χώμα και αέρα και φωτιά, με χρώματα αρχαίας διαδρομής μυστών - από το χάος μιας κούκλας στο ανεξάντλητο συντριβάνι, κι από τον Έρωτα στην Ροκ κραυγή. ό,τι με ρίγησε το μικρό μου βλέμμα με του τρένου το σφυγμό στη σιδερένια βαλίτσα μου που υπερχείλισαν οι δίψες μας - δέκα διαστάσεις ν' ανεβαίνεις και να ΄σαι μαζί. _ Ευαγγελία Πατεράκη, αφιερωμένο στον φίλο Γιωργος Μπορμπολης, που έφυγε νωρίς




Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

κάθετος λυγμός



















η τελεία στη Γη ορίζεται με ιστία κοκάλινα και την πλάνα σφαίρα του απόλυτου κενού - / έτσι να μπαινοβγαίνει ο βοριάς, τα φθαρμένα παραθυρόφυλλα παραδομένα, πώς ήσουν -;- κι από πού ν' αρχίσω να σ' αγναντεύω -;- κι η βροχή.. η βροχή βρέχει ρόδα μνήμης και καπνού οσμή. / Πού πάω και μπλέκονται οι ράγες σε άφυλα χείλη με το στίγμα της άβυσσος -;- μόνο οι βάρκες παρέμειναν ίσα στην υπέρβαση, με ίχνος θνητού χλευαστικού στο κενό στιγμής της παραμονής στο σταθμό. - υπερπόντιο το ταξίδι του κάθετου λυγμού στην οριζόντια χαραυγή της απορίας μας.-
- αφιερωμένο στο σήμερά μου, στον πατέρα μου


Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

το παλιό ραδιόφωνο
























το παλιό ραδιόφωνο, οι περασμένοι αιώνες - χρόνοι που παρήκμασαν στον τρόμο του φιλιού. / μνήμες νωπές, θαμπές μνήμες, σωματίδια αιωρούνται σκόνης - το δωμάτιο κενό - σπαρμένα οστά, μυαλά, φλέβες διχασμένες,, μάτια συνήθειας και χέρια παλτά - ξηλωμένα απ' το κακόγουστο αστείο του Χειμώνα.
μόνο οι κούκλες ζουν - σαν απ' τα βάθη των ύμνων μας, πριν την γέννηση.
πέρασα κι έμεινα - αόρατη Σελήνη - να λιμάρω την ξιφολόγχη της καπιταλιστικής συνέχειας των κόσμων - την πεπατημένη δολοφονία των εαυτών.
μένω σε όλες τις ραδιοσυχνότητες των αρχαιοτήτων / ακόμη και σε απειροελάχιστες γωνίες που δεν χωράει η σκούπα της καταδίωξης. Αξιοπρεπές Είναι, που δεν ψευδομαρτύρησε στην τυραννία των εγωισμών. / ..και λωτός μπλε να θυμίζει κύμα.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

άτιτλο























τόση σάρκα, παλλόμενη, κρυμμένη στο μυαλό μου, κι ούτε ένα πλοίο στο χάος του κορμιού / εκτός από το σφύριγμα της έρπουσας καρδιάς μας, που κάποτε υπήρξες στην ψυχή μου, κι εγώ σπασμένος οίστρος - στο χάραγμα των άδικων χειλιών σου - μολυβένιος ανάπηρος στο φλόγιστρο της χλιδής σου. σ' έναν ξεκούρδιστο χειμώνα, οι χθεσινοί σφυγμοί στηρίζουν σταυρό στο ιπτάμενο περιβόλι που χιόνισε το ανεύθυνο των πειρατικών σου, και όμως, ιερουργώ / με τα νύχια να σκάβουν τη νύχτα χάρτινα καρναβάλια - καμμένη σάρκα που άδειασε θρήνο γιορτών /._

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

τελεία

























Καμιά φορά οι καρποί μου γυρεύουν τις παλάμες τους - μόνο ομπρέλες σπασμένες με κρύα μυστικά. Μια τέτοια νύχτα, λιώνουν τα δάχτυλα στη φωτιά που αναμασάει παραμύθια πως κάποτε υπήρχαν ξωτικά. ..κι οι δαίμονες σκίζουν τα χείλη μου. Ακούς που καίγονται κι οι αιώνες -;- δεν υπήρξαν ποτέ μες στη ζωή αιώνες.. -!- όλα στριμώχνονται σε μια τελεία αιμάτινη και πνίγονται πριν να καλπάσει η γιορτή. ό,τι μένει, σαν ανάμνηση, ξεφτιλίζει τ' αποσιωπητικά παγίδα ονείρου. Ακούς που καίγονται τα δάχτυλα -;-

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

βρόχινοι συρμοί

η φωτογραφία ανήκει στη Νικολέτα Γερολιμίνη    

Φεύγοντας, έσκισες την κουρτίνα
και το φεγγάρι, κόλαση,
στα σκισίματα των χειλιών μου. Τόση,
που τα μυαλά μου τυφλώθηκαν,
στα κενά μου οι σκιές των ματιών μας,
κι η δύση - πετρωμένα δάχτυλα -
στις κάμψεις των δοντιών μου. Τόσο
που δάγκωσα τα σύννεφα
και βρέχει πάντα.
Στα κούφια μου μάτια
βρέχομαι πανικόβλητα τρένα._