Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

τα δώρα












Την ώρα που ξεμύτισαν
τα δάχτυλα στις παλάμες μου
χαρακτηρίστηκα Αγύριστος,
με διάγνωση ολοταχώς
στην απόπειρα των δολοφόνων μου
Η περισπωμένη γλώσσα σου
στο διαμελισμό του κρανίου μου
μου δώρισε την αλησμοσύνη του νου
και το μυαλό μου έγινε ράγες και
παράθυρο
Στις άγριες ομίχλες
επιμένω νεκρός -
έτσι μπορώ να οδεύω  συνεχώς
Στα λεπτά της πλημμύρας
διασπώμαι σε νεύμα
και δάκρυ,
σαν άκρη που δε βρέθηκε
από κανέναν καιρό
Κι όταν ο Δάσκαλος
μου δώρισε τον κήπο
βουτηγμένο σε εύφλεκτο υλικό -
βενζίνη και οινόπνευμα -
κράτησα το κρασί και το γκάζι
χαρίζοντάς σου τ' αμπέλι
απ' τον κοιτώνα τον προσφυγικό
της Σμύρνης που καιγότανε
Την εποχή εκείνη,
τότε που σ' αγάπησα,
ο περίπτερος εαυτός μου
ήταν χρόνια σφαγιασμένος
από δόγματα και δοξασίες,
κι έτσι η κλίνη, τα σκεπάσματα
και το περίβλημα των βοηθειών
με απέβαλε εν θερμώ.
Κι έχει ένα κρύο γύρω στον κόσμο..!
Σφίξε το παράθυρο
μην παγώσεις.. -!-