Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

μου ΄ταξες






















συμπαντικά αδιάβαστα - οι ομίχλες κι εγώ,
σε ξάστερες φλέβες - οι ομίχλες κι εγώ,
στα χάη των καρπών,
και στην κεκρόπορτα του αίματος -
δεσμών που άνοιξαν ραφή του χρόνου
των πόρων σημάδια
με κλειδιά δυστροπίας -
σαν Πομπηίας μνημείο στην ψυχή
να σου στέκομαι πιστός
να φτάνω
κι εσύ να μένεις σε βάθος χιονιού
να σε ορίζω
να με κρατάς
αποχωριστική ενότητα των λεπτών
με γεωμετρία πολιορκίας
στο ψυχιατρείο που βυθίζεται
αναδυόμενο λατρεία
από κραυγές απόκοσμες
που βρέθηκαν θεοί σε συνουσία με Μαινάδες
και παφλασμοί χρωμάτων
να νοσταλγούν ξενύχτια ξενιτιάς
να επιστρέφουν μετά
να σκάνε στα βράχια μου
και να κυλούν τα μάτια
κατηφορίζοντας τον κορμό σου -
ό,τι θυμάμαι, δηλαδή,
απ' τη βαλίτσα που γέμισα γίγαντες
και κλειδιά αρπαγμένων
τα βράδια, που μοίραζαν οι κόσμοι βραβεία.
κάνε μου αίμα την ερώτηση: έχει ψυχή στο αίμα-;-
να σου απαντήσω ταξίδια._