Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Αποκάλυψη 1.













Τη μέρα της εξόντωσης
όλοι οι αέρηδες έχουν λουφάξει
Το κόχλασμα επικρατεί στους σουγιάδες
δε σηκώνει βοή,
μόνο σκόνη πνιγερή ερήμων και
μια ακόμη περιφρούρηση μάλλον,
στους δωρισμένους εκκλησιασμούς
ή με σπασμένα ποδάρια· στασίδια του μυαλού μας
Καθ’ υπέρβασιν, ο ήλιος μαζεύτηκε νωρίς
/μια έκλειψη είναι ότι πρέπει στις τελετουργίες της Απόκρεω /
Ντυμένοι βασιλιάδες επικαλούνται βροχή·
κονδυλοφόροι υπογείων στοών
βαθμοφόροι χαμών
/ και μόνο εκεί δεν αγιάζεσαι με νέκταρ.
Αυτά τα υπόγεια κρατούν ζόφο
σε κελάρια με χνώτο πνιγμένων αγγέλων
που έψαλλαν την Ιστορία την απ’ αρχής /
Κατόπιν στήθηκαν οι κρεμάλες
μετά τη σφαγή,
για να γραφτούν οι δόξες
στις χούφτες των παιδιών
που τα παιδιά πήραν φύλο
πρόστυχων καφενείων το σούρουπο
ενώ η σειρήνα μασούσε τέλος στη βάρδια
Κι άλλος μπεγλέρι,
εγώ ρακή,
κι η Λόλα - μασούσε τσίχλα -
με γόβες, ξεκάλτσωτη στο κρύο -
κι ο κούκος τρεις δηλαδή,
να ΄χουμε πρίμα το τεφτέρι της φυγής.
Έτσι ανυπόφορα ξυρίστηκ’ ο καιρός
Κι η Ιστορία επαναλαμβάνεται
αφού εσύ με σόλες διαταγής
δε βρέθηκες ποτέ σε καφενείο._