Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

σκοποί διαιώνιοι




ανάμεσα σε ηθική κι ανηθικότητα, τ' αδιέξοδα Όχι σε μονοσύλλαβα Ναι, θέλουν Πνοές να υπερβούν το σαδισμό της προφοράς και πράξεις να γενούν - έτσι, χανόνται οι ανάσες μες στα μολύβια και μπλοκάρουν τις αντιστάσεις.
όσοι βρισκόμαστε δεν έχουμε σταθεί ποτέ στων γραμμάτων τις πλαγιές, κι οι λεωφόροι τους δε μας τρομάζουν. ούτε στις γωνιές τους στριμωχνόμαστε για να καπνίσουμε στα κρυφά - άσαρκα σαρκωμένοι ράβουμε τα χείλια και πιάνουμε τον κασμά. οι τοίχοι υποχωρούν στο σφύριγμα και στο πάθος.
κάθε που γεννιέμαι σφυρίζω σκοπούς διαιώνιους, ν' αγγίζω άκρηες, να φυλάττω τις άκρες μου, εισχωρώντας απ' το περίγραμμα των χειλιών σου στο στόμα σου. καιόμενος στη λάβα σου δεν υποχωρώ, ερωτευόμενος την έννοιά σου. με εξέγερση των μορίων μας, μιλημένα αμίλητα τα κορμιά σμίγουν πέρα απ' το φράγμα του απόλυτου. άναρχοι ταξιδιώτες ξηλώνουμε τα δήθεν καλλιγραφικά παραχάραξης των γραμμάτων, από μια Ιστορία που επιβλήθηκε από μια αρχή της άβυσσος, και πλατσουρίζουμε γυμνοί σε συμπαντική θάλαττα.
Εσύ κι εγώ. Μαζί φέρουμε την ηδονή του άχρονου έξω απ' τη σκόνη των αθλίων.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

άγρυπνες φυλακές



















δε γουστάρω να μ' αθωώνει ο κόσμος σου -!-
τυφλός σέρνεται και απορεί συνεχώς..
πώς αγαπώ -;-  πώς φιλώ -;- πώς φιλιώνω με το κύμα έξω απ' τα μπουρδέλα των συναθροίσεών σου, σε μιας φυλακής το παράλογο, κι ενός κενού την πυγμή -;-
στα μυστικά σου κοιτάγματα, που πετιούνται τα μάτια των πουλιών σε πάγκους παζαριών, μοναχός γκρεμίζομαι / σκορπίζομαι σε χορδές σπασμένες / και διαμοιράζομαι / δέκα κουρέλια νύχτα στα άστρα. - εκεί ο Ωρίωνας με συνεπαίρνει και ξεκουράζει τη φαντασία μου.
εσύ μη μ' αθωώνεις -!- κι ούτε να μιλάς τη σιωπή σου. η ντροπή του κόσμου σου, αποτρέπει τη ζωή μου στους επιζώντες. / κι έτσι με βλέπεις νεκρό από τοίχο σε τοίχο - / δροσουλίτης στα μέσα των φθινοπώρων / λίγο πριν το χειμωνιάτικο στεναγμό. /
*ο Σείριος ξενυχτά στα καμώματά μου. Η δικιά μου αποκάλυψη με την τελευταία μου ανάσα· μια γλώσσα ανήκουστα υγρή, να ρέει εσώτερη φυλή ανεπεξέργαστων μύθων. Μόνο μη μ’ αθωώσεις -!- κρύψου πολύ! Αιμορραγούν οι κατάρες και σ’ ερωτεύομαι κι άλλο. Τόσο, που θα λεν: «ένας Νεκρός και λάλησε τα σκήπτρα.»
 Εσύ κρύψου στους εκατό της μοναξιάς αιώνες – / κοσμική παρένθεση λεπρών δευτερολέπτων - / πριν το χορό σου - πρόκληση / κι αναπάντητη θηλή τα ερωτήματά μου / με ξένη μας ρωγμή. / και τώρα, που φούσκωσαν οι τελετές, σκίζομαι μνήμα – καθρέφτη / που εντοπίστηκαν τα δάκρυα. / σε προσωπεία σάρκινα μια αλητεία που τρομάζει / όταν μιλώ, το ρεμάλι σου, κι / εσύ πόρνη άδολη, / όταν φιλώ, η αποφυγή σου, / κι εσύ κρυψώνα της γύμνιας σου. / κρύψου σου λέω! Ένας νεκρός γαβγίζει στη φυλακή σου αιώνες αιώνιους / σε μνήμες άγρυπνες. Κρύψου κι άλλο!*

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

αναδυόμενα χιλιόμετρα



Όταν εγώ ήμουν εδώ, εσύ θυμόσουν εκεί  -
αφηρημένη έννοια χτυπημένου πάθους
που μαράζωσε το ρυθμό -
Κι όταν εγώ περπάτησα εκατόν ογδόντα,
με μοίρες τυφλές σε πορεία οίστρου,
εσύ ξεχάστηκες στο γρύλο του χρόνου
Κι ας φώναζα – χρόνος δεν υπάρχει –
άκουγες απόκρυφα -;- άκουγες, γδούπους τίποτα.
Τα ραντεβού στα τυφλά ∙
κλεφτρόνια, μου ρήμαξαν τα ράφια.
Φλογερά δειλινά ανάβουν τις φλέβες μου
και σπάραγμα φυγής
καπνίζει το θεό μου
Ξεστρώνω δρόμους νυφιάτικους
με ξυπόλητα πόδια
σ’ επικείμενη γάγγραινα,
και κλωτσάω το χθες μου
σε εγκατάλειψη νηστικού
στις καπιταλιστικές πολιτείες.
Γέλια τρομαχτικά μάγιστρου ναρκομανή
τρυπάω με τα τακούνια
που οι γόβες κράτησαν τις παλάμες μου
σε θερμοκρασία υπέργεια
σε τόπο υδάτινο,
που φωλιάζουν οι αγκαλιές σου
Τα υγρά σου τρέχουν κύμα
στους νευρώνες μου
μ’ εφτά αλόγατα σε αστρικές συνδέσεις,
να λένε πως παραλογίζουν το φεγγάρι μου,
που κρατάω φωλιά τα μυστικά μας.
Κι είμαι κι εκεί, κι εδώ -
αναδυόμενα χιλιόμετρα,
σε νύχτες άπειρες,
μια Νύχτα, που θυμάσαι. _