Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

άγρυπνες φυλακές



















δε γουστάρω να μ' αθωώνει ο κόσμος σου -!-
τυφλός σέρνεται και απορεί συνεχώς..
πώς αγαπώ -;-  πώς φιλώ -;- πώς φιλιώνω με το κύμα έξω απ' τα μπουρδέλα των συναθροίσεών σου, σε μιας φυλακής το παράλογο, κι ενός κενού την πυγμή -;-
στα μυστικά σου κοιτάγματα, που πετιούνται τα μάτια των πουλιών σε πάγκους παζαριών, μοναχός γκρεμίζομαι / σκορπίζομαι σε χορδές σπασμένες / και διαμοιράζομαι / δέκα κουρέλια νύχτα στα άστρα. - εκεί ο Ωρίωνας με συνεπαίρνει και ξεκουράζει τη φαντασία μου.
εσύ μη μ' αθωώνεις -!- κι ούτε να μιλάς τη σιωπή σου. η ντροπή του κόσμου σου, αποτρέπει τη ζωή μου στους επιζώντες. / κι έτσι με βλέπεις νεκρό από τοίχο σε τοίχο - / δροσουλίτης στα μέσα των φθινοπώρων / λίγο πριν το χειμωνιάτικο στεναγμό. /
*ο Σείριος ξενυχτά στα καμώματά μου. Η δικιά μου αποκάλυψη με την τελευταία μου ανάσα· μια γλώσσα ανήκουστα υγρή, να ρέει εσώτερη φυλή ανεπεξέργαστων μύθων. Μόνο μη μ’ αθωώσεις -!- κρύψου πολύ! Αιμορραγούν οι κατάρες και σ’ ερωτεύομαι κι άλλο. Τόσο, που θα λεν: «ένας Νεκρός και λάλησε τα σκήπτρα.»
 Εσύ κρύψου στους εκατό της μοναξιάς αιώνες – / κοσμική παρένθεση λεπρών δευτερολέπτων - / πριν το χορό σου - πρόκληση / κι αναπάντητη θηλή τα ερωτήματά μου / με ξένη μας ρωγμή. / και τώρα, που φούσκωσαν οι τελετές, σκίζομαι μνήμα – καθρέφτη / που εντοπίστηκαν τα δάκρυα. / σε προσωπεία σάρκινα μια αλητεία που τρομάζει / όταν μιλώ, το ρεμάλι σου, κι / εσύ πόρνη άδολη, / όταν φιλώ, η αποφυγή σου, / κι εσύ κρυψώνα της γύμνιας σου. / κρύψου σου λέω! Ένας νεκρός γαβγίζει στη φυλακή σου αιώνες αιώνιους / σε μνήμες άγρυπνες. Κρύψου κι άλλο!*