Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

έργα ανθρώπων


Εδώ τα παγκάκια ξεχαρβαλώνονται
και τα δίποδα της προςποίησης -
γένους θηλυκού
και πτώσης κατάπτωσης,
σε χρόνο διαρκείας
και αριθμό απείρου,
αποστρέφονται
Το αίμα δεν μπορεί να πήξει
κι ούτε να ξεραθεί
Μπορεί μόνο να πνίξει
τη χυδαιότητα της χλιδής
και την ανισορροπία
των αναισθήτων αισθήσεων -
γένους αρσενικού
και χρόνου εξορίστου
πτώσης κατάπτυστης
που κρέμεσαι λυπημένος
με μάσκα δακρύου
δήθεν μπλε και λίγο ροζ
και διακηρύττεις εαυτόν ειδήμων
καταδιώκοντας το πασιφανές
υπέρ ευαισθησίας σου.
Τα πτώματα σε πολεμούν.
Κάποτε
θα σου τρίξουν τα σπλάχνα
και θα καρφώσουν το κόκαλο -
το πιο μακρύ οστού -
της μεγίστης απορίας τους:
«Πώς κατηγορείς
και πώς κλείνεις τα μάτια
και πώς μπορείς ακόμα
να επαίρεσαι
ορώντας ψηλά
σε κατακόρυφη πτώση
κατάπτυστου χρόνου
και αριθμού πληθώρας
και βάλε
κι ακόμη» ________________
H κραυγή μου στα κουφά αυτιά των προσΠοιητών και παραΜορφωμένων του πνεύματος, που μέσα στους φριχτούς πολέμους των εποχών, υπό τη σκιά των δηλώσεων, για το πάνω και το κάτω απ’ το παγκάκι μιας πλατείας, όταν οι μέλισσες ψόφησαν στη μπόχα των γαλλικών αρωμάτων, με γεύση…κακοΠοίησης)

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

θύελλα





Κάποτε
περιπλανώμαι
οριζοντίως σαρκαστικός
αφ’ εαυτού, που
συνέτριψε
αποκαλυπτηρίους
πίδακες
εποχής νηπιακής
Μοιάζω χλευαστικός
σε γονυπετής υστερίες –
ασυγχώρητα ασίγαστες.

Κάποτε
ενθυμούμαι δυο
κουρδισμένα χέρια –
παιδικά ακόμη –
σε πλήκτρα ακορντεόν
που καταρρέουν άξαφνα
ανήλικη ηθική –
μπούμερανγκ βαλς
κάτω από ένα κάποιο
ρολόι στρογγυλό  -
αυτόπτη μάρτυρα τοίχου
Μετά
ο ίδρωτας λαχανιασμένος, να
ορίζει το μετέπειτα -
ακόλουθος πληρωμένος
με μοτοσακό αντίκα
στην επιστροφή
από την εξορία.

Κυκλοφορώ κάποτε
στο βλέμμα σου
Εισπνέω το βλέμμα
του
βλέμματός σου
Αφή νιώθω
υφή
εξερευνώ
πετώντας τη γλώσσα –
εκρηκτικό στις
ασίγαστες ώρες σου
Και
ξετυλίγομαι -
παρεμπιπτόντως διάτρητος
π’ ανεμίζει ο άνεμος
τον καπνισμένο λυγμό μου.

Μια νύχτα
την περασμένη νύχτα
στο βυζανιάρικο ξημέρωμα
σου χάρισα την οδό μου –
περιπλάνηση αγία κι
ανυπόδητη
στην καθήλωση της κόλασης.
Τα καρφιά μου ατσάλινα
με δίχως απόταξη
του πόνου.
Η οθόνη
μοιάζει ομίχλη ερωτική
πριν τη βροχή
μετά την καταιγίδα
και
μέσα στη δίνη
τραγικών χορών.

Ο χάρτης
γιασεμόκηπος
Είναι οι θύελλες
που αστράφτουν
φωλιές
πέρα από τα μάτια
τ’ αλκοολικά
κι ας μην ξεθύμαναν
οι νύχτες.
Είναι που θέλω
να ορίζω τις
αβύσσους μου
και μέσα στις αστραπές
και σκίζοντας
το χάος

Ένα χάρτινο κουβάρι
οι ανάσες
και οφείλω
να αποτάξω την
εξέλιξη της σύνδεσης
των γραμμάτων
Χίλιες ακόμα αγκαλιές
και
σου είπα: σε κυκλοφορώ
μνήμες  -
και σκαλοπάτια
άμπωτης, έτσι
να μου γελάς
και να μεγαλώνω  ______________ Προμηθεύς Πυρφόρος

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

καπνισμένα μάτια




Συμμετείχαν μόνο οι κροτίδες, και τα πυροτεχνήματα. Ένα, ακόμα, παιχνίδι μεγάλων στον τόπο, που γκρεμίζεται.
ακρωτηριαστηκαν μονο τα παιδια, και τα πιατα από φαγητο.
Σήμερα οι άστεγοι θα πεινάσουν το ίδιο με χτες, κι οι αμαρτίες, πάνω που σήκωναν τις βαλίτσες τους, για την επόμενη μέρα, πισωγύρισαν στο χρόνο. Κι ο χρόνος ακινητοποιήθηκε. Πάραυτα, στην περιφορά του επιταφίου, το νεκρό τον βάδισαν οι πεθαμένοι, με χρυσούς οβολούς, κάτω απ’ τα λουστρίνια του, για ακόμη μια φορά. Μόνο που, αυτή τη φορά, μπερδεύτηκαν οι αιτίες των θρήνων. Κι ο νεκρός χλεύασε την ανθρωπότητα, και γύρισε πλευρό. Πάλι θα λείπουν απ’ τις γιορτές οι αλήθειες. Πάλι φόβο θα γευματίσεις, καπνισμένος δίχως αιτία.