Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

σαλταρισμένα νερά




























τα πετάλια του μυαλού στο μέγιστο των βυθών, κι η κραυγή της γλώσσας στους ίσκιους των κόλπων. άγριες φωτιές στο καταγώγι της σπηλιάς μας - πίσω απ' τα δόντια και μέσα στη δίνη του αίματος / στο χώρο αποσκευής των χειλιών, και στις ανάσες των αμπελιών με του Βάκχου την τρελή σφυρίχτρα στο χύμα των ξωτικών. κι ενώ ξημέρωνε η νύχτα, ποδηλάτησα στον άξονα των αιώνων σου / κατάρτι Ουρανού και λατρεία Κενταύρου /. κι ενώ το χώμα μου κινήθηκε επί της φωνής στου μήλου το γρίφο, το τουμπερλέκι της πρώτης μαινάδας και της πρωθιέρειας τα κρόταλα εκλιπαρούν τις χορδές της θαλάττης για αφρίζοντα φιλιά. κι ο Προκρούστης δισταγμός σωπαίνει και χάνεται. στο μεταξύ του ονείρου κι απέναντι απ' τη σκιά, η Αναδυομένη στακάτο και υποχώρηση των αναδυομένων λεπτών στη θεϊκή εντολή να επιστρέφεις -!- να επιστρέφεις και να δίνεσαι. πάνω ανασαίναμε και κάτω μετρούσα σπυρί το σπυρί τη μανία των χρωμάτων σου στα δειλινά χρώματά μου. κι απόψε μήνυσα τα λάθη των ρολογιών, με χαριστική βολή στις ώρες που σε ήθελαν εκεί ενώ στο εδώ σπαράζουμε τ' ακροκέραμα των τοκετών μας με σαλταρισμένα νερά.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

άτιτλο


































η αντανάκλαση σε γεμίζει νερό
και είναι η μόνη που σε θυμίζει
/ έτσι, απ' τα παλιά ξεχάστηκα
για ποια ιστορία μιλάς -;-
και πότε είμαι -;-
αγοραίοι θρήνοι
ή ανεκτικές εποχές -;- /
το νερό με κρατά
και κανείς.
ίσως, αν ζωγράφιζα τον τοίχο
να μπορέσεις.


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

στο καρναβάλι




















απ' έξω πέρασε το γαϊτανάκι / σ' αναγνώρισα. μου είπες "σ' αγαπώ" και τώρα σε πίστεψα. / στην επόμενη στροφή, πέρασε ο ξυλοπόδαρος, μ' όλη την πολιτεία φορτωμένη στην πλάτη του / δεν πίστεψα την πολιτεία - έχω αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια και το καράβι βγήκε στ' ανοιχτά. / πίστεψα τα πόδια του μόνο τα ξύλινα. παλιά που παίξαμε χιόνιζε και δεν είχα εποχές να κοιμάμαι. γιατί κοιτούσα τα μάτια σου. / μέσα τους είχαν σπάσει όλα τα πιόνια και το παιχνίδι έλεγε ζωή./ τώρα βρέχει - θα βρέξει μάλλον - κι απ' έξω πέρασαν τα πιόνια. / δεν τα πίστεψα. έχουν γεμίσει ενοχή. / στο τέλος πέρασα απ' έξω κι εγώ. / με πίστεψα. έχω αδειάσει εσύ. / στην αρχή κάηκε ο καρνάβαλος, μέσα / σε είδα. έριχνες λάδι στη φωτιά και σε πίστεψα. / μετά, έφτασε η Δευτέρα και κρίθηκα. δεν τους πίστεψα, γιατί έπαιζες εσύ.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

μαύρη αράχνη
























πέρασαν από μακριά τα βαπόρια και κάπου, στα επίπεδα των ματιών μου, τα τρένα συντηρούν την ασέβεια των φιλιών σου. στη φθορά των περαστικών σταθμών, οι λέξεις εκπνέουν γάζες στα λιμάνια και η ανάμνηση της αγοράς, με τη στάχτη να πιάνει τα μάτια του κόσμου στο μαύρο της ιστό, ο σταυρωμένος μου στον πειρατικό ήχο του ανέμου, και τα λεπτά των αναγκών σου με τα κλειστά παράθυρα τη μέρα της καύσης μου, δεν θα υποδυθώ. δεν υποδύομαι θνητός -!- ακούω μόνο που τα ταξίδια άναψαν στη ρευστή κατηφόρα των γιορτών / κάπως να θρηνούν οι ξενιτεμένοι και κάπως να νομίζεις πως έσβησε ο πανικός. κάθε που πεθαίνω σπάει μια θάλασσα, κι εσύ μιμείσαι την προσευχή στο χορό του τρόμου, μέσα στην άβυσσο ενός καρναβαλιού.


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

άτιτλα




















και κραύγασε με ψιθύρισμα:
"Άρπαγες, που κάποτε, πεινασμένοι, βρίσκετε την τροφή σας, κι αφού λαίμαργα την μπουκώσετε, την ξερνάτε σαν αμαρτία σας -!-
Σκλάβοι, που σαπίζετε στα ξεκλείδωτα κελιά σας, για την υποκρισία της ηρεμίας σας -!-
Τυφλοί, που εξέπεσε η όρασή σας αφού πουλήσατε τα μάτια σας στα απορρίμματά σας, για της συνήθειας τη βολή -!-
Φονιάδες, που συναντάτε άξαφνα τον εαυτό σας και τον καρφώνετε-!-"
*Πες μου, με πόσο μέικ απ αγαπάς κι απόψε

 και ποιου θύματός σου τα πόδια φοράς -;-

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

βουίζει η φωτιά


























μια Στιγμή στη νύχτα. νύχτα στη νύχτα κι εντός της, σαν ιστός του πιο λεπτού ιστού της καρδιάς της. το μικρό της θεριό, ο πιο σιγανός της ψίθυρος σε βακχικές χορδές, με Μαινάδες χέρια βαμμένα σπαρακτικά να αιτούνται πρωτόγονα τη σμίξη με το Λόγο. κάποτε στη Στιγμή να χιονίζει, να τρίζει η Στιγμή στην πυρά, να γκρεμίζεται σε στίγμα και ήττα με τόνο. στα σύνορα να σκοντάφτει, για ένα κλάσμα του αιώνιου φρουρού, στης Στύγας τη φρίκη. η βαθιά της καύση, με της λεοντής τον άθλο, να ενσωματώνεται και να βουίζει βοερό ποτάμι του Άδη. ν' αλυχτούν μαραμένα σπαρτά και ρούχα της θεάς που έκλαψε πολύ την απουσία. μια Στιγμή και μένω πλήρης κενού στο προπύργιο του Έρωτα, στη ληστρική εποχή των πλαστικών γεγονότων - γελωτοποιοί στο ήπαρ μου με ξυλοπόδαρα στα μάτια, σαν δάκρυα πνοής μιας αύρας που λάξεψε τα μαλλιά Σου / και τότες που τρόμαξες με χάρτινες συντριβές, μια Στιγμή δεν σε λησμονώ. στη νύχτα, που ερημώνει η νύχτα, το δέος με την ανάμνηση - μια μυρωδιά πρωταρχικής φύσης, μανία σε οίστρο ποιητικό -, στη νύχτα η σπηλιά του τράγου που ξενιτεύτηκε από φόβο του, όταν αντίκρισε το θεϊκό, να καταρρέουν τα κέρατα την εποχή της στιγμής που δειγματίζει τον τιμωρό - παραδειγματισμό για τον σφραγισμένο θάνατο. και μια Στιγμή μας μιλώ: "γλίστρησα την ψυχή μου στον ύπνο Σου να έχουν σάρκα τα όνειρά Σου.. -!-" κι ύστερα, σε μια στιγμή, βρέχει χώμα στη νύχτα κι εντός μου, να ξεδιψάς στη Στιγμή.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

νύχτες λωτοφάγες























μετά τη νύχτα
ακολουθεί η πέτρα,
η φωνή της πέτρας και
το αδιάβροχο της μετάβασης
με γαλότσες θανάτων
από εγχάρακτους μύθους
ερωτικών ήχων στο
καταβάσιο της ομίχλης,
μ' αστάλινη ρίζα
στις στριγγιές του κενού,
όταν ο νεκρός αναδύεται
λευκός οίστρος
από καπνούς μέθης
και αναπάντητη κλήση
στην πιστότητα των λωτών.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

θνητός σπαραγμός


































Δάσκαλε, τρέχεις ακίνητος στον απροσπέλαστο ήχο των θεών. / Με συναρπάζουν οι ώμοι σου που βλέπω φτερούγισμα, και ακούω τα χέρια μου να κωπηλατούν στα νερά παφλάζοντας ρέον το σχήμα. /
Δάσκαλε, απόψε, σκάλωσα στη συντριβή του δαπέδου μου και βρήκα το ρήγμα στα μάτια μου. Λιονταρίσια ανάσανα, μ' ακούστηκε κλάμα και τρόμαξαν - έτσι βρήκα τη συνοχή σου στα διαμελισμένα κομμάτια της αντοχής μου.
Η κλήση μου στην άβυσσο, Δάσκαλε, το σπέρμα του θανάτου, το πράσινο φλας του κοριτσιού στην αναγκαστική προσγείωση των γδούπων με το ορμονικό παραλήρημα των θνητών, κι η στάχτη που μουγκρίζει δικαίωση, μες στον φθαρτό χειμώνα του πάλλευκου ορυκτού, σ' ακούω να σιωπάς άγραφος με κέρινη φλόγα.
Δάσκαλε, στέκεις βουβός κι οι γοργόνες μαγεύονται απ' τον αχό σου και υπάρχουν και βλέπω κι εγώ. Με λέπια βλέπω που σαλεύουν τα άδυτα και μουγκανίζουν τα θεριά μου στα μύρια κλουβιά των βημάτων μου
Στα σκοτάδια μου, Δάσκαλε, ερωτεύομαι ακατάσχετα με ράμφος πύρινο. Η καταρροή μου ανυπέρβλητη να σμίξω το παράθυρο με τους αέρηδες όταν καλπάζει βροχή η φωτιά μου. Κι εσύ σκίζεις τον ασκό του δώματος και σε έχω πέντε φιλιά μυστικά με χείλη άφυλα σε ανιστόρητους ουρανούς.
Δάσκαλε, όταν πόνεσα "μαζί", δίπλωσα σεντόνι υγρό τα αίματά μου - κάλεσμα στο υπόγειο τρίξιμο δυο υγρών, και πονάω μονάχος.
Κι ακόμη σιωπάς, Δάσκαλε, αγορεύοντας κύματα στη σάρκα μου να πονάω "μαζί" και καίγομαι μόνος.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ηφαιστίων καταυλισμός σου
























στο έλεος της κρεμάλας τους / στα καρφιά τους / στο σκοινί μου στα μάτια μου / στην επώδυνη στροφή μου / στο ήπαρ μου / που σκάει ηφαίστειο, / με λάβα αιμάτων / Στις φλέβες μου / με τα δόντια των επεισοδίων της επανάληψης / οι σκισμένες χλαίνες των οστών μου / Τα εκπαιδευμένα πρωινά / στην παλίρροια της φωτιάς μου / Στο αρπαχτικό που γλείφει σάρκα μυελού μου / με ιστούς μου που κόβει τα φώτα των κοιμητηρίων μου / Στο σκαλοπάτι του τάφου μου, / το ακριβό τους λάφυρο / Τα λάφυρά τους κρανία μου / η γλώσσα μου / στη μανία της καταδίωξης / ο θλιμμένος μου απέθαντος / στα καταρρέοντα παράθυρά μου.. . / Πώς επέστρεψα πες μου -!- / πώς έφτασα -;- / Οι γεωμετρίες μου θυρίδες / στο λαβύρινθο του στόματός μου / στη σπηλιά του Πάνα αλήτεψαν σκόνη / με λιμασμένη ονείρωξη / στον ίσκιο του φεγγαριού / Αλήτεψαν στις περιφέρειες των ομόκεντρων βυθισμένων χειλιών μου / και ξεσκονίζουν τα ερπετά του κορμιού μου / στο άδυτο της ουτοπίας του. / Ιέρεια σκοτεινή η πνοή σου κι Εσύ / στα βρεγμένα μονοπάτια των νυχιών με φτάνεις / και στα γυμνά τα κάδρα των εαυτών μας / Τα βαγόνια -!- / Λιονταρίσια βαγόνια οι αναπνοές σου / Κι ακίνητος είμαι στο τρένο που φτάνει / στο ακατάπαυστο είδωλό μου / το ακατανόητο είναι μου / κι η σταθερή μου σφραγίδα / στην ανάβαση του θεριού μου / και στο αγκομαχητό "τσαφ" της αμαξοστοιχίας που σφυρίζει / Στο υπερσύνορο του βλέμματός σου / μπαίνω Ηφαιστίων καταυλισμός / τα βράδια στα πέλαγα των ναών μας.