Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

εποχή αιώνας














Τόσο μέσα στο σπίτι, 
που γέμισα εποχές, 
όταν στον κόσμο τα ρολόγια
κατέρρευσαν από ενοχές._


Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

"άτιτλο". το ονομάζω "ΓΥΝΑΙΚΑ"

η φωτογραφία ανήκει στη Νικολέτα Γερολιμίνη

























δεν έχει δώσει συνεντεύξεις. δεν έχει λικνιστεί καν στις γιορτές. δεν "συνέδραμε" τον τόμο - πασίγνωστοι των λάικς και των παρουσιάσεων ποιητές της παρηκμασμένης εποχής με τους στίχους των ημερολογίων (στην καλύτερη των περιπτώσεων) -. δεν κάνει εκπομπές σε ραδιόφωνο για ανάδειξη των στίχων της (είναι της μόδας αυτό). δεν δηλώνει επάγγελμα ποιήτρια ή συγγραφεύς. δεν αναρτά φωτογραφίες της - με καπέλο ή χωρίς ή κάνοντας τον κάου μπόι ή ανοιγοκλείνοντας μεθυστικά τα βλέφαρα ή γυρεύοντας θεατή όποιου είδους της ζωής της - γιατί δεν αναρτά, απλά, φωτογραφίες της-. δεν έχει ούτε ένα βιβλίο. δεν υπογράφει τα ποιήματά της, λέει: ας ταξιδεύουν στον κόσμο. την γνωρίζω σαν Άννα Καρρά. την αγαπώ σαν Άνθρωπο - ταπεινή, αληθινή, με τόλμη- . την ονομάζω ΠΟΙΗΣΗ, γιατί είναι ΠΟΙΗΣΗ η Άννα. και γιατί: "ΠΟΙΗΣΗ είναι ΤΡΟΠΟΣ και ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ" - υποστήριξη γερή της υπερκόσμιας γραφής, για την υπέρβαση μέσα από την γενναία κατάδυση στο είναι μας, με το γκρέμισμα του φριχτού εγώ μας.
*της Άννας (που στα τριανταδυό της χρόνια μπορεί ν' αγγίζει ουρανούς):

Και τ όνομα της
Εύα,
με σπονδυλικούς κήπους,
μια πρωτόπλαστη
νύχτα
ολόκληρη ένα
ανυπόφορο
φεγγάρι
με βιβλικά
λέπια,
κατασπαραγμένη
από καρπούς,
διωγμένη μέσα
στους
σχισμένους μηρούς
των χρόνων,
με αλόγιστες πληγές
στα απύθμενα
νερά της μητρικής γνώσης,
οι μελωδίες των σπαθιών,
οι λόγχες της φωτιάς
η οικειότητα με το αίμα..
τα όνειρά της επίπεδα
πολέμου.
καθοδηγητές
θανάτου
στον βάλτο
της ματαιότητας...

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

θέση παρόντων

Πάντα ξέρεις -
Τον κλονισμένο καιρό,
τη δίψα στην τερματική πηγή,
το ξάφνιασμα των νερών,
όλα τα ερωτηματικά,
το "πέφτω" που χάνομαι στα ισχνά μου πόδια,
τα δάχτυλα που λύγισαν στα πλήκτρα μιας Αυγής,
τις απορίες του απαίδευτου σπουδαστή -
το θρανίο που φαγώνεται στην άκρη του Νοτιά..
Τα φορεμένα ανάποδα ρούχα ξέρεις
στην αδεξιότητα των βημάτων
Τα μάτια που κλαίνε στις φωτιές των κούκων, 
ενώ γυρεύουν το παράθυρο
Τα βουητά ακούς απ'
τους λαβύρινθους των παιχνιδιών
Με τη Μοίρα μιλάς
στ' ανεπεξέργαστα δειλινά -
οι νηπιακές φωνές δε βλέπουν, γλιστρούν σε μεροκάματα -
συνηθίζεται να χάνεται το νήμα απ' το μικρό Βοριά -.
Μια σειρήνα αρκεί, και θολώνουν οι ρίζες των κυμάτων
Πρόστυχες πόλεις τα δίχτυα προφύλαξης
Πόσα σπασμένα κόκαλα ξέρεις -!-
Πόσα μετράς πορείας φώτα, και
Φως ιλαρό..!
Σε θυμάμαι σε κάθε διαδρομή του μυαλού που ξεχνιόμουνα
Σε κάθε λουλούδι επίγειο, που άνοιγε τάφους
Σε βρίσκω
στο γέρμα των περιθωρίων μου
μετά το χορό της Σαλώμης, που
αποκεφάλισα το όνειρό μου..
Η παρουσία μου στο γκρεμό
και μέσα στα πανάρχαια ουρλιαχτά του γκρεμού μου -
κλαίω το θυσιαστήριο του "πώς;" μου
και το βράχο μου κλαίω που έπνιξε το λαιμό μου στο
αυθάδικο τίναγμα του κεφαλιού μου στο χάος.
Στο ερήπιο του οίστρου μου με βρήκες -
κάθε βράδυ - θυμάσαι -;- - που δεν γύριζα,
καθισμένη στην αρσενική θέση των απόντων μου,
στην παρούσα στιγμή των αβέβαιων φτερών μου..
Ξέρω ότι ξέρεις. Έφτασες πριν με βρω......

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

ουρλιάζει ο όχλος


































Πόνεσα κι εγώ απόψε. Κι έγινε τριγμός στο πείραμα με τη φαντασία να ασθμαίνει. Κι είχε παραπλανήσει το πείραμα της Φιλαδέλφειας, κι εκείνο της φυλακής. Γονατίζουν κι οι περήφανοι τρούλοι - πώς να κρατηθείς -;-
Έπαψαν να χτυπούν καμπάνες πρωινά - μόνο μεσάνυχτα σκουριάζουν, κι ενώνονται με γρύλους κάποιου αδειασμένου καλοκαιριού, που στοιχημάτισαν την καρδιά μου, σ' ένα μεσαίωνα, που κρατούσα αρώματα - δώρα θεϊκά μου. Κι εξατμίστηκαν, όταν ο πάσσαλος που με κρέμασαν πήρε φωτιά - στοίχημα κι αυτό αν είμαι ξωτικό..
Να ουρλιάζει ο όχλος και να είμαι ασυγκίνητος. Δίχως το φόβο - αφού είχα από χρόνια διαβάσει τις γραφές, κι ήξερα πως, τα πειραματόζωα τρυπιούνται με τις σύριγγες, χωρίς να ματώνουν. Κι ήξερα, πως το δέρμα μου κάλυπτρο ήταν της φυγής. Πάντα προδίνουν τα άσματα και φεύγουν. Και, πες ότι
ήμουν ένα τέρας εποχής, που μπόραε τις φλόγες να πίνει και να λιώνει. Σε σχήμα δαυλού να σφυρίζει τα βράδια που νόμιζες ονείρατα. Δε θα σφυρίξω ποτέ σαν τρένο που φεύγει. Ράγες θα μείνω για τους αταξίδευτους, που στον καθρέφτη χάραξαν τα χείλη τους που διψούσαν αστραπή..
Μη μου ξανάρθεις ποτέ βροχή -!- Με σβήνεις -!-..