Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

ουρλιάζει ο όχλος


































Πόνεσα κι εγώ απόψε. Κι έγινε τριγμός στο πείραμα με τη φαντασία να ασθμαίνει. Κι είχε παραπλανήσει το πείραμα της Φιλαδέλφειας, κι εκείνο της φυλακής. Γονατίζουν κι οι περήφανοι τρούλοι - πώς να κρατηθείς -;-
Έπαψαν να χτυπούν καμπάνες πρωινά - μόνο μεσάνυχτα σκουριάζουν, κι ενώνονται με γρύλους κάποιου αδειασμένου καλοκαιριού, που στοιχημάτισαν την καρδιά μου, σ' ένα μεσαίωνα, που κρατούσα αρώματα - δώρα θεϊκά μου. Κι εξατμίστηκαν, όταν ο πάσσαλος που με κρέμασαν πήρε φωτιά - στοίχημα κι αυτό αν είμαι ξωτικό..
Να ουρλιάζει ο όχλος και να είμαι ασυγκίνητος. Δίχως το φόβο - αφού είχα από χρόνια διαβάσει τις γραφές, κι ήξερα πως, τα πειραματόζωα τρυπιούνται με τις σύριγγες, χωρίς να ματώνουν. Κι ήξερα, πως το δέρμα μου κάλυπτρο ήταν της φυγής. Πάντα προδίνουν τα άσματα και φεύγουν. Και, πες ότι
ήμουν ένα τέρας εποχής, που μπόραε τις φλόγες να πίνει και να λιώνει. Σε σχήμα δαυλού να σφυρίζει τα βράδια που νόμιζες ονείρατα. Δε θα σφυρίξω ποτέ σαν τρένο που φεύγει. Ράγες θα μείνω για τους αταξίδευτους, που στον καθρέφτη χάραξαν τα χείλη τους που διψούσαν αστραπή..
Μη μου ξανάρθεις ποτέ βροχή -!- Με σβήνεις -!-..