Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

μην λησμονήσεις το παλτό!




















Η μάνα που φοβάται να αφήσω / Οι γυναίκες που πνίγουνε - / περιστατικά πολυβόλα με συνθλίψανε / σε υπαίθρια νοσοκομεία, / κάπου στ’ απόκρυφα της ξεγνοιασιάς / Η φλόγα που αρνήθηκε το βάτο / κι ο Μηδέν που / καμώθηκε το αίνιγμα / μ’  εκλογές στο τέλμα των ανθρώπων. / Η μάνα που ματώνει και / χάνομαι-  μου σβουρίζει το μυαλό που / θυμάμαι αστραπές το / βράδυ βραδύ σ απομόνωση ύπνου / Ερωμένη σε κενό  νοτιάδων που / αγριέψανε οι διπλές οπτασίες των αρμάτων / οι ήλιοι που μαχαιρώθηκαν - / ένα βύσμα ακόμη στην άβυσσο / το παλτό ρε! / Το παλτό που κοιμάται μυστικά / μιαν απόλαυση σκοταδιού στη σελήνη. / Με πηδήξανε τ’ άστρα κι / αγριεύω παρέλαση. / Πάλι απόψε νηστικός καιρός / τα απόγευμα στον πλανήτη που σβήνομαι / και με θυματοποιούν οι συνήθεις καιροί  - / αδερφοί των άδειων νόστων - / που παλέψαν με κύματα / σε φτηνά προσχήματα προς επιβίωσιν / Απορίας του νου τους οι θνητοί που / καμώθηκαν τους επιζήσαντες των σεισμών / σ’  ένα ράκος στομάχι / την ώρα που / αυτοκτονούν οι παντιέρες των αξιών / με τίποτα ιαχής και / σκουριά μυαλού να / φιλοσοφούν απαίδευτα και στραγγισμένα όνειρα / με λάμψη σκατά των / οικούντων νεκρών τα φιλιά, / σε φιλιά αναγκών / χρεμετίζουν χρεοκοπίες των κρατών μου – / επικρατούντες αισθήσεις αγγελιών - / Και ζητείται αγγελία / προς ανάρτηση σχέσης / σε μεσαιωνική καρμανιόλα / προς τέρψιν πλήθους, / χωρίς ψωμί, / στην υποστολή της εποχής._

Η μάνα που τρέμει ν’ αψηφήσω, δίχως ρόλο κείται κατά στο υπόστρωμα της φυγής.
Η ερωμένη – υπόστρωμα και αδιάβροχο δακρυσμένης σιωπής,…
Κατά την μαθηματικήν απολυτότητα τα σπουργίτια σάλεψαν και μοιράζουν ψίχουλα, σ’ ό,τι κινείται κι ό,τι χάνεται, σε τσέπες, σε φιλιά, τσαφ – τσουφ θεάτρων ομίχλης, σα λάμπες χιονιού στα τρένα που προδίνουν τους σταθμούς τους. Ακόμη τα εκχιονιστικά πολιτεύονται κι απεργούν οι σειρήνες κατοχής. Όλα παύλα και τελεία σήμανσης οριστικής.

(υπό έκδοση - Προμηθεύς Πυρφόρος)

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

η μισή μεζούρα

όλη μας η ζωή είναι ημίμετρο. πενήντα εκατοστά πλην - πενήντα συν - άκρες. δεν έχει σημασία. η μ ί μ ε τ ρ ο. κρίνουμε μισοί το μισό με μάτια μισά, με καρδιά μισή διπόδου, που δε σκαρφάλωσε τη νύχτα.
κρίνουμε μισοί τους μισούς στην πλεκτάνη της μέρας. το προσωπείο της χαμογελά συντροφικότητα και τρέλα πουλιών. μα δεν πετά ποτέ. είναι ντεκόρ στο ορνιθοτροφείο της ξεγνοιασιάς μας. πότε πότε, σηκώνει το κεφάλι στον ουρανό. μας μοιάζει. σα να δοξάζει το θεό. και κλωσάει. όπως εμείς. την τύφλα μας στο χώμα. με μισά μυστικά. και ολόκληρες συνήθειες, να ζεσταίνουμε αυγά και να πεθαίνουμε μισοί στα αυγά μας.