Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

κάτι από ΄μας

η φωτογραφία ανήκει στην Αιμιλία Ιωαννίδου
 
Στον Καιάδα του μυαλού μου
ο χορός ο πρώτος
ανυψώθηκε φεγγάρι
των καρφιών σου
και τυλίχτηκε
στο άβατο των λέξεων
της πρόστυχης ομορφιάς
στον πυρετό των κορμιών,
όταν τα νύχια εξεγέρθηκαν
σε νύχτα υγρή
να στάζουν τα μέλη
κραυγές και σύθαμπα
μάρμαρα και χώμα.
Είναι τα μάτια
καρφωμένα στα μάτια
και τα στήθη μπαρκάρουν
σε βροντερή φυγή
ανοιγμένα χείλη
με γλώσσα απερίγραπτη
το τελευταίο καρφί
για το κάδρο της αποκάλυψης
στην καρδιά των αιώνων μας.


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

μέσα στο τίποτα



ένα απέραντο νεκροταφείο Τα Μάτια σου..
τα μάτια μου. εμείς.
τυφλοί αστυνόμοι τα παγωμένα σπλάχνα
αχώνευτα τα κόλλυβα
τακτοποιημένες σακούλες πτωμάτων
δεν έχει επόμενους.
έσπασε η πατρίδα σε μνημόσυνα αρχαίων βιβλιοθηκών.
μη μιλάς -!- ψοφάω σε λίγο κι εγώ.
κατάπιε το ρόγχο σου. δεν έχω ν΄ακούσω.
αύριο λέγαν, και ήταν σκόνη.


Προμηθεύς Πυρφόρος

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ακριτικό ημερολόγιο



Θέλω να πετάξω κραυγές
σ’ ένα ακαταχώρητο σύμπαν
με αύρες
που δεν περιπολήθηκαν ποτέ
από χειρουργικές επεμβάσεις
σε ανίατες εκδρομές
μικρών βημάτων
σε τρεχούμενες αποστάσεις
εξάρτησης
Κι ας φαίνεται εξαρτημένο
τ’ απόγευμα από τους δείχτες
και τα πιστά «τικ» και «τακ» -
ιεροσυλίες καθημερινές
κι ανά δευτερολέπτου δολοφονίες –
παραποιήσεις του απροσπέλαστου
Και πώς να χωρέσει τόσο δείλι
σε μια παλάμη -;-
Μύρια δάχτυλα απόψε
φιλάνε τις φλέβες σου
και συρματόσχοινα
Στο θόλο σου
καρφώθηκε η λέξη
κι έσκισε το σχήμα.
Μη μου μιλάς
λοιπόν για περιβόλια
κι ακρογιαλιές
Δε χωρά η εκδρομή μου
στο σάκο σου
Ακριτικές ομιλίες
που ξεπερνά το μέσο
των καθημερινών
ανταλλαγών σου.
Και πώς να σου πω
που βροντάω
και κρύβεσαι -;- _

αεροβόλες γιορτές



Βρόχινη γιορτή
τα μάτια μου
σε παύσεις ακατάπαυστες,
να σου γλεντούν τις σκιές,
να μη σου αρκούν οι γρίλιες
Τα ματοτσίνορα να υποχωρούν
να φεύγω απόκοσμα
να χνωτίζομαι 
να ζωγραφίζεις εμβόλιμα φιλιά
Ένα τέρμα θυμού
να μας γυρνάει  πετούγια γερασμένη
να σου έρχομαι
να μου φεύγεις, να ζητάς
και να χάνομαι
Αεροβόλα γλίστρησες
στο βράδυ μου
Να σου ξεστρώνω το έδαφος
ανώμαλες προσγειώσεις,
με υποδόριες κραυγές
Τα τσογλάνια, στραγάλια πετούσαν
κι ο κλειδούχος
μ’ αντικλείδια
από λάφυρα παλιών μαχών
μπλοκάρει τα ταξίδια
Κρύβεις ύπνους, κι
ονειρεύομαι
Παίρνω άστρα, και
ξεχνιέσαι
Κάποτε
φτάνει η στιγμή
που βρέχει αχόρταγα
Στα λαβωμένα βαγόνια
εκπνέουν οι εραστές
κι εκείνοι οι φίλοι
κοιμούνται πάντα ∙
κάπου στον ύπνο τους
θυμούνται και
σε χαιρετούν.  

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

θα ' πρεπε.


ασκητεύω ξεκούδουνα σύρματα. / σιγή φωτός. / καυτηριάζομαι. / τέλμα στο τέρμα του αλήτικού σου. / το ανήθικο παραληρεί. / μιλάει το σύρμα: θα 'πρεπε. / μα το πρέπει άπρεπα χλευάζει. / μια ζωή - ένας θάνατος ασκητής φωτιάς. / δεν ικετεύω. / προσέρχομαι φεύγοντας. / απορίας η κατάληξη - πληγή βραδιάτικη. / μ' ένα θεό κρεμασμένο σε τσέπη τρύπια / αντιστέκεται το αύριο / παράλυτο χθες

Προμηθεύς Πυρφόρος

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

πάντα μαζί

Προσθήκη λεζάντας
ξεκουρδίστηκαν οι γλώσσες
στα μαξιλάρια περισσεύουν τα νανουρίσματα
δεν είχα ποτέ πιπίλα πλαστική
το δάχτυλο βυζαίνω ακόμη όταν κατσουφιάζω
κι υποψία αποχαιρετισμών
αποκωδικοποιεί το βηματισμό μου -
να τερματίζω πάντα το πρωί
να γυρεύω το δείλι
να σε κοιτώ απ' την πόρτα -
να μη νοσήσεις τη συνέχεια -
θυμάσαι; στρατιώτης Δύο εγώ
σε λόχο ισχνό
πυρετοί σαράντα
"το ρολόι" σου φώναζα!
" το ρολόι πατέρα!"
εσύ δεν ήξερες
δε ρώταγες τους χτύπους;
λογάριαζες μονάχα
πάντα θα λογαριάζεις ασχολίαστες συνειδήσεις
σε ειδήσεις φορτωμένες τόκους δυσβάσταχτους

μια ευθεία με κάμψεις
σε αδύνατη λύση
κι ας όλα να φέρναν αποτέλεσμα
"θυμάσαι πατέρα; η άλγεβρα
φώτιζε πάντα δραστικά και πυρφόρα"
εξ΄ου που δε με λάτρεψαν οι κύκλοι
κι ακόμη σου ξεφεύγω στα υπόγεια
εκεί που οι διερευνήσεις υψώνονται
σε δυνάμεις ακατέργαστες
γιατί σου μοιάζω
κι ας σου ΄σπασε η σφραγίδα
στο τελείωμα
σαν ούγια ξεθωριασμένη απ' τα κύματα -
αλμυρή και λαθραία -
κι έτσι μας έμειναν τα ηλεκτρικά κυκλώματα -
μηχανικές σου εξελίξεις προέλευσης:
Μοναστηράκι, Κυριακή στις πέντε
δίπλα απ' τον καφενέ
(εκεί που οι μπάτσοι ξέρναγαν βιολιά
και άδειαζαν οι κάβοι από σκοινιά.
ένα σκοινί το κράτησα, για μένα.
να το θυμάσαι πατέρα)  _____ από τότε κέρδισα το δικό μου όνομα ______